Navigation Menu+

NO PANTS SUBWAY RIDE AND A POEM FOR NANO

Posted on Jan 12, 2017 | 0 comments

 


 

EXTRA.KARAGIOZIS5

 

 

ΗΜΕΡΑ ΞΕΒΡΑΚΩΣΙΑΣ ΚΙ ΟΜΩΣ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΝΑΝΟΣ ΔΕΝ ΣΤΑΜΑΤΑ ΝΑ ΓΡΑΦΕΙ

 

Δυο φίλοι

ο κύριος (Κα)βαλα(ΜΕΤΕ)ωρίτης

όντως ποιητής καβάλα σε μετεωρίτη

κι ο Τόλης

αντιπρόσωπος  μιας ζωής όλης

αγωνιστήκανε σκληρά

(παρόλο που υποτιμήθηκε η λίρα)

ποιός θα ξεβρακωθεί πρώτος

όπως άλλωστε κι ενός γκρεμισμένου αεροπλάνου

ο πιλότος

όπα νάτος καμαρωτός

γάτος του βυθισμένου πλοίου ο καμαρότος

τερμάτισες δεύτερος κύριε Τόλη

παρότι πενήντα χρόνια εκείνος μεγαλύτερός σου

αμάν πια κατάφερε και ξεβρακώσου

«δεν με χαλάει καθόλου η δεύτερη θέση

(σάμπως μαλώνουμε, το βασιλικό θρόνο

ποιος έχει πρωτοχέσει!)

αφού πρώτος ήρθε ο Νάνος»

λες κι ύστερα χασμουριέσαι σαν χάνος

Τόλη μπράβο

μια στολή τσολιά για τους δυο σας ράβω

πράγματι ο Νάνος ποιητής απίθανος

 φίλε Τόλη

το ξεβράκωμα οποιουδήποτε ανθρώπου

(κάποιου ζώου εκπροσώπου)

των θεών είναι ιερή αποστολή

ναι μεν αυτοί ξεβράκωτοι

μα οι γιακάδες που φορούνε ατσαλάκωτοι

σε κάθε κυλότα αντιστοιχεί ένας ωραίος κώλος

ας δει να χαρεί ο κόσμος όλος

γιατί κι εσύ μάτι πανούργο μούτρο

μια στο τόσο χρειάζεσαι οφθαλμόλουτρο

γράφεις πάλι

περιβόητους στίχους σχεδόν ακατανόητους

ισχυρίζεσαι κάπως αλλαζονικά κύριε Νάνο:

«εγώ φίλε μου ποτέ δεν θα πεθάνω»

©MENELAOS KARAGIOZIS, HELLENIC POETRY, 2017

 

Ποίημα αφιερωμένο στο φίλο Τόλη που ‘ναι ζόρικος

και φυσικά στον ακόμη πιο ζόρικο κύριο Νάνο

ΚΑβάλαΜΕΤΕωρίτη


 

 

No Pants Day 2017: No Pants Subway Ride | New York | London | Paris | Berlin | NYC | Chicago

 

 


no-pants-day-633500[1]

 


ΑΝΕΚΔΟΤΟ

 

4d9f2466740ee9322063280bcb15e75f[1]

 

Ένας Γερμανός, ένας Γάλλος ,ένας Άγγλος και ένας Έλληνας σχολιάζουν έναν πίνακα του Αδάμ και της Εύας στον Παράδεισο

Ο Γερμανός λέει: κοιτάξτε την τελειότητα στα σώματα… Εκείνη ψηλή και ευκίνητη, εκείνος μ’ αυτό το αθλητικό κορμί,τους καλογυμνασμένους μύες… Πρέπει να είναι Γερμανοί.

Αμέσως, ο Γάλλος αντέδρασε: Δεν το πιστεύω… Είναι ξεκάθαρος ο ερωτισμός που εκλύεται και απότις δυο φιγούρες…

Εκείνη τόσο θηλυκή… Αυτός τόσο ανδροπρεπής… Γνωρίζουν ότι σύντομα θα έλθει ο πειρασμός… Πρέπει να είναι Γάλλοι…

Κουνώντας αρνητικά το κεφάλι ο Άγγλος σχολιάζει…

Παρατηρείστε… Την ηρεμία στα πρόσωπά τους, την λεπτότητα στη στάση τους, την νηφαλιότητα της κίνησης… Μόνο Άγγλοι μπορεί να είναι..

Μετά από μερικές στιγμές συγκέντρωσης… Ο Έλληνας φώναξε: «Δεν συμφωνώ»!!!

Κοιτάξτε καλά!!! Ο Αδάμ ξεβράκωτος, ξυπόλητοι, κοιμούνται κάτω από ένα δέντρο, έχουν μόνο ένα φτωχό μήλο για να φάνε, δεν διαμαρτύρονται και επιπλέον οι μα@@@ες πιστεύουν ότι είναι στον Παράδεισο;

Αυτοί είναι Έλληνες!!!

NEWSBOMB


 

 

No Trousers Tube Ride 2019 – The Highlights

 

 


A dog looks on as participants in the 13

 

 


 

Η χήρα η Παναγιώτα

Η Παναγιώτα χήρεψε

κι ενώ ποτέ δε γύρεψε
απ’ το Θεό μια χάρη
Στου μακαρίτη τη χρονιά
την έπιασε λιγοθυμιά
για πούτσο παιχνιδιάρη
Ένα χρόνο η Παναγιώτα
Που δεν έβγαλε κιλότα
Νταρντάνα βυζοκωλαρού
Τσαχπινομάτα μπουταρού
Η δόλια η Παναγιώτα
Τα βράδια μόνη ξενυχτά
με τα ποδάρια ανοιχτά
μουσκίδι την κιλότα
Ένα χρόνο η Παναγιώτα
Που δεν έβγαλε κιλότα
Χαϊδεύει μόνη το μουνί
Πόση να κάνει υπομονή
Και πόσο να αντέξει
Τρίβει τα χείλια τα χτυπά
Και το Θεό παρακαλά
Μια πούτσα να της πέψει
Ένα χρόνο η Παναγιώτα
Που δεν έβγαλε κιλότα
Και πιάσαν’ τόπο οι προσευχές
πήγαν ‘να βράδυ δυο ψωλές
χοντρές, μακριές, με στύση
χαλάλι η υπομονή
πλάνταξαν κώλος και μουνί
απ’ το πολύ γαμήσι
Κι από τότε η Παναγιώτα
δεν ξανάβαλε κιλότα…

LIFO

 


 

In metro in mutande a Milano per il “No pants subway ride” 2017

 

 


 

13069716250366185891[1]

 

 


ΝΙΚΟΣ ΦΩΚΑΣ, ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΗ

 

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ τη βάφτισαν μα τη φωνάζουν Εύη
Μια χωρισμένη που
χε πριν κάποιο μυστήριο Τσέχο.
Δυο χρόνια που τη χαίρομαι· με πάθος και με δόλο
Θέλει δεν θέλει την κρατώ, πουτάνα μου την έχω.

Της χωρισμένης το φιλί, που λέει και το τραγούδι,
Εγώ το γεύτηκα, εγώ και θα τ’ ομολογήσω.
Κι όχι μονάχα το φιλί της χωρισμένης όλα
Θα ομολογήσω και θα πω τα μπρος και τ’ από πίσω.

.

ΣΑΝ ΜΙΑ ρεκλάμα είν’ όμορφη, με πρόσωπο π’ αλλάζει
Κατά το φως, το μακιγιάζ, κατά το εφφέ που θέλει·
Θαρρείς πως έχει συλλογή μελετημένων ρόλων
Που από το πρόσωπο περνούν στο σώμα και τα μέλη.

Και τη λατρεύω έτσι ψηλή με το γεμάτο στήθος
Με τους γοφούς τους στρογγυλούς πάνω σε μπούτια στέρια,
Με τη λεκάνη τη φαρδιά και τη φυρή τη μέση·
Μα όσο σε μέρη τη διαιρώ, τόσο τη θέλω ακέρια.

Έπειτα, πάνω στου έρωτα την πιο εναγώνια φάση
Τόσο είν’ ασπόνδυλη φορές η θηλυκότητά της,
Ώστε εξισώνω τους γλουτούς ας πούμε με τα στήθια
Ή τις εκτάσεις της κοιλιάς συγχύζω με της πλάτης. . .

.

ΑΡΧΕΣ ΟΤΑΝ βρισκόμασταν σε σπίτι ή παρέα
Που φλυαρούσε κι έπαιζε την έπαιρνα ιδιαιτέρως
Και της μιλούσα ερωτικά κι αυτή να κοκκινίζει
Να τρέμει μη μας δουν, να λέει πως «δεν είν’ αυτό μέρος».

Συγχρόνως κάθε μου φιλί κάθε επιμέρους χάδι,
Στη μέσα μου επαφή τ’ αστού και του λυμένου κτήνους
Ήταν για μένα μια ένοχη κι αβυσσαλέα πράξη
Μ’ απρόβλεπτες συνέπειες κι αδιόρατους κινδύνους.

.

ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ τα μπούτια της σαν είπα να μου δείξει
Η στύση κόντρα στο βρακί μου
κανε τέτοια ζόρια,
Ώστε όταν τέλος τ’ άνοιξα κουμπί-κουμπί μ’ ελπίδα
Απ’ τη λαγνεία μού
φυγε μεμιάς η στενοχώρια.

Όμως σαν θέλησα να της σηκώσω το φουστάνι
Στάθηκε τόσο ανένδοτη που μ’ έκανε να κλαίω·
Και μόλις μπόρεσα να ιδώ με δυνατή προσπάθεια
Από τα πόδια τ’ άσπρα της κάτι το φευγαλέο. . .

.

ΓΙΝΟΤΑΝ βέβαια πιο εύκολη βδομάδα τη βδομάδα·
Αλλ’ άργησε να μου δοθεί κι είναι φορές ακόμα
Που ξαφνικά εμποδίζεται κι η συστολή την κόβει,
Ώσπου να γίνει σταδιακά και πάλι γνήσια βρώμα. . .

.

ΣΥΝΗΘΩΣ με μια κίνηση μπροστά από τον καθρέφτη
Σηκώνω το φουστάνι της ψηλά μέχρι τη μέση·
Κι ενώ της ρίχνω από μπροστά στα μπούτια έχω τα μάτια
Στους δυο γλουτούς της που κρατώ και πλάθω όπως μ’ αρέσει.

Κάποιου παράδοξου χορού σαν να μαστε ζευγάρι
Κρατιόμαστ’ έτσι αγκαλιαστοί· μα η μουσική κι αν λείπει
Γι’ αυτόν που απ’ έξω στέκεται και βλέπει τις κινήσεις
Μέσα μας παίζει με ρυθμό χορού το καρδιοχτύπι.

Σαν έμβολο το πέος μου στη σμίξη των ποδιών της
Με χαμηλά αγκομαχητά το μπήγω, το ξεμπήγω·
Αλλά καθώς αισθάνομαι να πλησιάζει η ρεύση
Με σύνεση την απωθώ κοφτά στο παραλίγο.

Γδύνεται τότε μ’ ένα στυλ θαρρείς για να επιδείξει
Σ’ όλους κυλότα και σουτιέν, από καθάριο ατλάζι.
Με στύση και με χαύνωση μισόγυμνη τη βλέπω
Κι ο πόθος μου απαιτητικός με σπρώχνει και με βιάζει.

Το χέρι προχωρώ συρτά, προειδοποίηση σάμπως,
Πάνω στη σμίξη των μπουτιών· κάνω πως περιμένω·
Ξέρει πως δεν ξεφεύγει πια κι ανέχεται να λύσω
Με τ’ άλλο χέρι το σουτιέν το δυσκολοδεμένο.

Το πρώτο στο αναμεταξύ φιλήσυχο απομένει
Σαν κόσμημα αποκρουστικό στη μέση από βελούδα
Ή μετά μάταιο πιάσιμο χρημάτων και βιβλίων
Σαν να
βρε τέλος λούλουδο κι έγινε πεταλούδα.

Τα δάχτυλα άνεργα κρατώ για λίγο κι επιπόλαια
Στην ίδια θέση κι ύστερα ποθώ να τα κινήσω·
Αν και ψευταντιστέκεται και μου ψευτοδιπλώνει
Ξέρει καλά πως είναι αργά για να γυρίσω πίσω.

Απ’ το σουτιέν υδράργυρος ξεχύνονται τα στήθη
Και τον ρουφώ, τον σπαταλώ με χέρια και με χείλια·
Ζει σε μεγάλο πυρετό, σε μια παράνοια ο νους μου
Κι όσο ποτέ μου ζωντανός αισθάνομαι απ’ τη ζήλεια.

Και τη δαγκώνω, τη χτυπώ, τη βρίζω δίχως λόγο
Καθώς τη βλέπω έτσι γυμνή με μόνο την κυλότα·
Το φως να σβήσω εκλιπαρεί, μ’ ασθμαίνω από κακία
Και την κυλότα τής τραβώ κι ανάβω κι άλλα φώτα.

Αυτόματα το χέρι μου με δάχτυλα που καίνε
Αλλού γίνεται υποδοχή κι αλλού γίνεται σφήνα·
Αν κι όπως κείται ανάσκελα, γεμάτη σαν λεκάνη,
Σαν επιφάνεια είναι νερού τα κάλλη της εκείνα.

Από σημείο απόμερο πίνω κρυφά σαν σκύλος
Μ’ αισθαντικούς πλαταγισμούς κι ύστερα επιταχύνω·
Πιο λαίμαργα, πιο λαίμαργα
μου πιάνεται ώς κι η γλώσσα·
Μα δεν μπορώ ν’ αποσπαστώ απ’ το σημείο εκείνο.

Στο μεταξύ το χέρι μου τα στήθη της μαλάζει·
Φτάνει μέχρι το πρόσωπο· το ψηλαφώ, το πιάνω·
Κι ενώ επιμένει η γλώσσα μου, στα χείλη της στα μάτια
Το χέρι μου ένα τρυφερό παίζει συγχρόνως πιάνο.

Χυμώ ψηλότερα μετά μέσ’ στο βραχνά πώς βγαίνει
Στη γη πίσω απ’ τ’ ανθρώπινο ο καρχαρίας κυνήγι !
Και με τον αυτοματισμό του τίγρη του πελάγου
Το στόμα μου την κυνηγά, το σώμα μου τη σμίγει.

Καθηλωμένη την κρατώ μαλακωμένη τέλεια
Πώς μαλακώνει απ’ του φιδιού το δάγκαμα το θύμα !
Μαλακωμένος τράχηλος, μαλακωμένοι αγκώνες
Καθώς δουλεύει μέσα της μονότονη μια λίμα !

Κάποτε που θα ξεχαστεί στον κόσμο τί ναι η λίμα
Θα χάσει την αξία της πια και τούτη η εικόνα τότε
Μ’ όλο τον κόσμο μας μαζί
· μ’ ακόμα γεια χαρά σας
Όλες που σαν την Εύη μου στον κόσμο μας την τρώτε ! . . .

Τι κωμική που ναι λοιπόν με σηκωμένα πόδια !
Πού το στητό της βάδισμα, το κοσμικό της ύφος !
Σφαγμένη η περηφάνεια της, το κύρος της ρεζίλι,
Οι χάρες της για κλώτσημα και τ’ αγγλικά της τζίφος !

Με τα δυο πόδια της ψηλά στους ώμους μου βαλμένα
Πώς φαίνεται αξιοθρήνητη, παραιτημένη πλέρια

Σαν κάποιον που όσο μπόρεσε κράτησε μα στο τέλος
Με καταισχύνη σήκωσε ψηλά κι αυτός τα χέρια ! . . .

Μα νά που αργά το σώμα της αρχίζει να σαλεύει,
Να ζωντανεύει, ν’ αντιδρά, να σφίγγει νευρωμένο.
Σαν ψάρι απ’ έξω απ’ το νερό πηδά κάτω από μένα·
Στο πιο ψηλό το πήδημα κι εγώ το περιμένω.

Στο πιο ψηλό το πήδημα βγάζει κραυγή αγωνίας
Καθώς με πέος αντίδρομο ζητώ να την ξεκάμω·
Κι ύστερα πάλι αποχωρεί σαν ψάρι στον αέρα
Που στην επόμενη στιγμή ψοφά και πέφτει χάμω.

Απάνω της πέφτω κι εγώ σαν το δρομέα στο νήμα
Που απ’ την εξάντληση ξεχνά την ίδια του τη νίκη.
Τώρα σαν δυο πολεμιστές βαριά τραυματισμένοι
Μένουμε σωριασμένοι εκεί σε πρόσκαιρη συνθήκη. . .

Ωσότου νά τη απ’ την αρχή με το κορμί δραστήριο
Π’ αναγυρνά με νόημα στα τέσσερα και νά
τη
Που περιμένει ακίνητη σαν γυμνασμένη σκύλα
Νά
ρθω από πάνω της αισχρά, να της ριχτώ απ’ την πλάτη.

Μια τόση αλήθεια αδιαντροπιά, τόσο απροκάλυπτο αίσχος
Δεν είδα ούτε στα πλάσματα, δεν είδα ούτε στ’ αγρίμια·
Γιατί τουλάχιστον αυτά στα τέσσερα που πάνε
Με την ουρά σκεπάζουνε της τρύπας τους τη γύμνια.

Στη στάση αυτή που συνεχώς τη δείχνει κι άλλο πράμα
Καθώς μ’ αγκώνες καταγής τινάζει τους γλουτούς της
Και με κρυμμένο πρόσωπο καταμεσίς στα χέρια
Είναι ό,τι θες, ό,τι ποθείς: χίμαιρα, σφίγγα, πούστης.

Τί δεν θα δίναν να τη δουν οι θλιβεροί, οι καημένοι
Ανώτεροί της και λοιποί στη χαζοϋπηρεσία

Στάση που απ’ το πρωτόκολλο διαφέρει του υπουργείου
Τόσο που μόνο ποιητική το πιάνει φαντασία !

Χαιρέκακα στο πείσμα τους λοιπόν την ανεβαίνω
Κι αισθάνομαι από κάτω μου τ’ ωραίο της πηγαινέλα
Και σκύβοντας στον τράχηλο την πιάνω από τα στήθη
Κι ακάθεκτος την οδηγώ στην ποίηση και στην τρέλλα. . .

Σε λίγο σαν δυο ναυαγοί μετά από το ναυάγιο
Δυο σκόρπια είμαστε σώματα, δυο ανθρώπινα σκουπίδια
Στην αμμουδιά του κρεβατιού, ξένα αναμεταξύ τους
Ώσπου ν’ αρχίσουν εξαρχής σύντομα πάλι τα ίδια. . .

Γιατί όσο κι αν τη χαίρομαι, όσο αν περνάει ο χρόνος,
Όσο αν την έχω κατοχή και κτήμα μου την Εύη,
Το σώμα μου απ’ το σώμα της
στήθη, μασχάλες, πόδια
Όλο και πιο παράλογα και πιο πολλά γυρεύει.

Παρτούζα, 1991
(πρώτη δημοσίευση: περ. Σπείρα, τχ. 8, 1981)

ΠΑΜΠΑΛΑΙΟΝΕΡΟ


 

UK: Trouser-less Londoners ride the tube for ‘No Pants Day’

 

 


 

No-trousers-2016-_622[1]

 


ΤΟΥ ΚΩΛΟΥ ΤΑ ΕΝΝΙΑΜΕΡΑ

 

Tου κώλου τα εννιάμερα πώς λες εσύ να βγήκαν;
Μα από την Αθάνατη Ελληνική Λαϊκή ποίηση φυσικά…

Μέρος α´

-Τι έχεις πάθει κόρη μου κι είσαι έτσι αλαφιασμένη;
-Έχω φαγούρα στο μουνί, Αγία Ηγουμένη !
-Σύρε μπροστά στην είσοδο, εκεί στην Άγια Βρύση,
και τρίψε το με Αγιασμό. Θα σε ανακουφίσει …

Πήγα μπροστά στην είσοδο, πήγα στην Άγια Βρύση
μα δεν ανακουφίστηκα, χρειάζομαι γαμήσι !
-Τι λόγια λες, αμαρτωλή; Σώπα και μας ακούνε.
Κι εμάς μας λείπει η ψωλή, αλλά δε βλασφημούμε.
-Και τι να κάνω η χριστιανή που είμαι καυλωμένη;
Εσείς δεν έχετε ορμές, Αγία Ηγουμένη;
-Λες να μην έχω, κόρη μου; Τι λες; Να ‘χω αγιάσει;
Καμιά αδερφή μες στη μονή δεν έχει τέτοια κράση.
-Και τότε; Πώς τη βγάζετε; Ποιο είν’ το μυστικό σας;
-Κοίτα να δεις, κοπέλα μου. Είσαι μικρή, δεν ξέρεις,
μα αν συνεχίσεις όπως πας, για πάντα θα υποφέρεις.
Τόσο καιρό που φύλαγες την τρύπα σου για προίκα
σου γίναν’ τα μουνόχειλα σαν ξεραμένα σύκα
Πρέπει λοιπόν σιγά-σιγά τον πόνο να απαλύνεις.
Γι’ αυτό σου λέω με Αγιασμό την τρύπα σου να πλύνεις.
-Την πίσω τρύπα ή την μπροστά; Ποιο δάχτυλο να βάλω;
Πες μου πώς γίνεται σωστά. Αχ! Δεν αντέχω άλλο.

-Άκουσε, κόρη μου, καλά, δώσε την προσοχή σου:
Ποτέ δεν πρέπει μόνη σου να πλένεις το μουνί σου.
Τράβα λοιπόν στην είσοδο, εκεί στην Άγια Βρύση
κι εγώ θα στείλω άμεσα κάποιον να σε φροντίσει
-Ποιος θα ναι; Πώς θα λέγεται; Και ποια η καταγωγή του;
Θα ‘χει λεφτά και όνομα; Αξίες στη ζωή του;
-Κόρη, μην είσαι αφελής. Αφού κι εσύ το ξέρεις
πως όταν φτάνει η στιγμή της καύλας κι υποφέρεις
δεν έχουν νόημα τα λεφτά ούτε η ανατροφή του,
μα να ‘χει μήκος αρκετό και πάχος το καυλί του !
Να στέκεται αγέρωχο, περήφανο γενναίο,
κι όσο κι αν το ταλαιπωρείς να παραμένει ακμαίο.
Τράβα, λοιπόν, και μη ρωτάς στη Βρύση, που σου είπα.

Να, συμβουλή: πρώτη φορά, ποτέ την πίσω τρύπα !

Μέρος β´

Μ’ αυτά τα λόγια τα σοφά που είπε η Ηγουμένη,
η κόρη φεύγει τρέχοντας κι απ’ τη χαρά χεσμένη.
Αμέσως πήγε μόνη της και στήθηκε στη Βρύση,
προσμένοντας καρτερικά κάποιον να τη φροντίσει.
Ήταν ντυμένη ελαφρά, κυλότα δεν φορούσε,
γιατί η κάψα στο μουνί την εταλαιπωρούσε.
Πέφτει στα δυο τα γόνατα τάχα πως προσευχόταν
και μέσα της τον ψωλαρά περίμενε κι ευχόταν
να ‘ναι μαζί της τρυφερός μα κι άγριος σαν πρέπει
και να ‘ναι η πούτσα του ορθή σαν την Αγία Σκέπη !
Να φέρεται με σεβασμό, να ξέρει να προσφέρει
αυτό που δεν κατάφερνε μονάχη με το χέρι.
Κι εκεί, σκυφτή στα τέσσερα, βλέπει τον καβαλάρη,

μ’ υπέροχη κορμοστασιά, τεράστιο παπάρι,
και βγάζει ένα αναστεναγμό που πλάνταξε η φύση:
-Ορίστε ο λεβέντης μου! Αυτός θα με γαμήσει!
Σηκώνει το κεφάλι της και του γελάει με τρόπο,
κλείνει το μάτι πονηρά, του κάνει λίγο τόπο,
να έρθει από τα δεξιά τη φόρα του να πάρει
και να μπορέσει εύκολα την τρύπα να κεντράρει.
Κι ο καβαλάρης βλέποντας τον κώλο τον παρθένο
έτσι λευκό, λαχταριστό, έτσι καλοστημένο,
αρπάζει το παπάρι του, φωνάζει -Εν Τούτω Νίκα !,
και της το βάζει άγαρμπα από την πίσω τρύπα.
Τι ήταν να το κάνει αυτό; Την ξάφνιασε την Κόρη,
της γύρισαν τα μάτια της, βροντάστραψαν τα όρη.
Έβγαλε δυνατή κραυγή, της κόπηκε η ανάσα,
της λύγισαν τα γόνατα, της έφυγαν τα ράσα.
Όμως μετά το ξάφνιασμα, μετά την πρώτη αντάρα
μετά το σοκ που ένιωσε της κόρης η κωλάρα,
ο πόνος -τι παράξενο!- άρχισε να ‘χει γλύκα,
πολύ το ‘φχαριστιότανε αυτό το “Εν Τούτω Νίκα!”.
Τι κι αν λιγάκι πιο νωρίς την είχαν ορμηνέψει
διείσδυση στον κώλο της να μην την επιτρέψει;
Τι κι αν η κάψα στο μουνί ήταν το πρόβλημά της;
Τι κι αν την ξάφνιασε άγαρμπα ο ωραίος αναβάτης;
Αυτή το ‘φχαριστήθηκε. Θα το ‘κανε και πάλι,
θα το ‘κανε και με ψωλή ακόμα πιο μεγάλη !
Άσ’ την να λέει η άσχετη Αγία Ηγουμένη,
διπλά σε φτιάχνει το καυλί, που από πίσω μπαίνει.

Τέλος Τριλογίας

-Τι έχεις πάθει, κόρη μου, και πας σαν συγκαμένη;
-Μου ‘κάναν Οθωμανικό Αγία Ηγουμένη…
-Σου άρεσε;-Μου άρεσε. -Θα ξαναπάς; Δεν ξέρω.
Καλό το πισωκολλητό, μα τώρα υποφέρω.
-Δώσε καιρό στον κώλο σου να ηρεμήσει λίγο…
-Πόσο καιρό; Πονάω πολύ τα πόδια σαν ανοίγω.

-Σε δύο μέρες αρχικά θα πάψεις να υποφέρεις,
θέλει μετά κι άλλες εφτά, μέχρι να συνεφέρεις.
Ό,τι σου λέω οι σοφοί πατέρες μας το βρήκαν,
του κώλου τα εννιάμερα πώς λες εσύ να βγήκαν????

ΖΟΥΓΚΛΑ

 

 


 

No-Trousers-On-The-Tube-Day[1]

 

 


 

Συνταγή βιβλιοδέτου

 

Τη σάρκα το αίμα θα βάλω

Σε σχήμα βιβλίου μεγάλο.

Κ. Γ. Καρυωτάκης

Να αποτιμήσουμε και το marketing της βιβλιοδεσίας

Συνάδελφοι

Διότι καλώς ή κακώς

Το καθετί θέλει την πολιτική του

Και την κερδοσκοπική του διαχείριση

Υπάρχει άλλωστε πληθώρα βιβλίων

Δόξα τω Θεώ η παραγωγή είναι ικανοποιητική

Υπάρχουν βιβλία όλων των τύπων

Ράφτες ραφιών βιβλιοθηκονόμοι

Γραμματιστές γεωλόγοι όλων των ειδών

Θα κάνω μία πρόποση

Με συγχωρείτε πρόταση ήθελα να πω

Ενίοτε βέβαια από σαρδάμ και όνειρα

Είναι που μαθαίνει κανείς την αλήθεια

Τα βιβλία τα ιστορικά και οι εκπονημένες διατριβές

Πρέπει να τυπώνονται σε μεγάλους τόμους

Κοτσονάτους ψυχρούς κι αδέκαστους

Παρακαλώ να παρέχεται δωρεάν κι ένα ζευγάρι γυαλιά

Ή αν προτιμάτε το μονόκλ του κύριου Μαλακάση

Τα μελοδράματα και τα ρομάντζα τώρα

Λέω να τα τυπώνουμε σε βιβλία μετρίου μεγέθους

Έτσι που να ‘ναι ευκολοχώνευτα και βολικά

Με όμορφα ελκυστικά εξώφυλλα

Που προκαλούν το μάτι του καταναλωτή

Δωρεάν διανομή στις κουζίνες των βορείων προαστίων

Μαζί με ένα ένθετο σκυλάκι σαλονιού

Και μια βρεγμένη κιλότα

Η ποίηση όμως είναι αλητεία και δεν καταχωρείται

Μήτε πουλιέται

Παρά μόνο σε μικρά βιβλιαράκια τσέπης

Να ταξιδεύει πρέπει το ποίημα

Ξεγελώντας τον έλεγχο των τελωνειακών

Στη μέσα τσέπη ενός μπουφάν

Ή στο καπέλο ενός ταχυδακτυλουργού

Σε σχήμα χειροβομβίδας να τυπώνεται το ποίημα

Με την περόνη στ’ αχαμνά των ποιητών

Να τρομοκρατούν το σύμπαν της φενάκης

Υστερόγραφο

(ή πως φτιάχνονται τα ποιήματα)

Ανακάλυψα το μεγαλείο του γραπτού οχετού

Αποκαθήλωσα το σκιάχτρο της έμπνευσης

Αφόπλισα τους καλούς οιωνούς της βουκολικής εκεχειρίας

Αρμάτωσα τις λέξεις με αντιβαλλιστική ρίμα

Αναλαμβάνω την ευθύνη όλων των τρομοκρατικών ενεργειών του κόσμου

Αθωώστε τους δικαστές που θα με δικάσουν

 

Ο Παναγιώτης Αρβανίτης γεννήθηκε το 1985 στον Πύργο Ηλείας. Τα ποιήματα προέρχονται από την συλλογή Μια στάλα κατράμι σ’ ένα βαρέλι μέλι (Γαβριηλίδης, 2009).

ΜΟΓΓΟΛΟΣΠΟΛΕΜΙΣΤΗΣΒΑΛΚΑΝΙΟΣΑΓΡΟΤΗΣ

 

 


 

UPI PICTURES OF THE YEAR 2014 -- NEWS AND FEATURES


Τσαρλς Μπουκόβσκι, Πάντα άρεσα στους ψυχοπαθείς

 

και στους ανώμαλους.
Στο Δημοτικό
στο Γυμνάσιο
στο Λύκειο
στο Κολλέγιο
όλοι οι ανεπιθύμητοι
μαζεύονταν
γύρω
μου.
Τύποι με ένα χέρι
τύποι με νευρικά τικ
τύποι με διαταραχές ομιλίας
τύποι με λεύκη πάνω απ’ το ένα μάτι,
δειλοί
μισάνθρωποι
φονιάδες
ηδονοβλεψίες
και κλέφτες.

Στα εργοστάσια,
στην πιάτσα,
πάντα τραβούσα τους ανεπιθύμητους. Με έβρισκαν
κατευθείαν και με πλησίαζαν
από μόνοι τους. Όπως
και τώρα.
Σ’ αυτήν τη γειτονιά
με βρήκε πάλι
ένας.
Περιφέρει
ένα καρότσι από σούπερ μάρκετ,
φορτωμένο με σκουπίδια:
τσαλακωμένα κουτιά, κορδόνια,
άδειες σακούλες από πατατάκια,
κουτιά από γάλα, εφημερίδες, κοντυλοφόρους…

«E, φιλάρα, πώς πάει;»
Σταμάτησα και μιλήσαμε
για λίγο.
Ύστερα χαιρέτησα
όμως αυτός ακόμη
με ακολουθεί
στις μπίρες και στα πηδήματα…
«Kράτα με ενήμερο,
φιλάρα, κράτα με ενήμερο. Θέλω να ξέρω
τι τρέχει».

Είσαι ο καινούργιος μου.
Δεν τον είδα ποτέ
να πιάνει κουβέντα
με άλλον.
Τώρα το καρότσι κουτρουβαλιάζεται
πίσω μου
ακριβώς,
ύστερα κάτι
πέφτει.
Σταματά
να το μαζέψει.
Χώνομαι τότε
στην είσοδο
εκείνου του πράσινου ξενοδοχείου,
στη γωνιά
διασχίζω
το διάδρομο
βγαίνω
από την πίσω πόρτα
εκεί,
να σου μια γάτα
κάθεται μακάρια ευτυχισμένη,
κάνει
να μου χιμήξει.

 

Τσαρλς Μπουκόβσκι, Πάντα άρεσα στους ψυχοπαθείς από τη συλλογή Τρόμου και αγωνίας γωνία,

μτφρ.: Γιώργος Μπλάνας, Εκδόσεις Απόπειρα, 2000

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

 


passengers-on-the-london-underground-take-part-in-the-annual-no-trousers-dg9n7k[1]


 

 Η ΚΡΗΤΙΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ, Η ΑΝΔΡΙΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ

 

Οι Κρητικοί μετά την κατάκτηση του νησιού από τους Βενετούς, και για δυο περίπου αιώνες, συνεχίζουν να φορούν το βυζαντινό ένδυμα, όπως αυτό μας παρουσιάζεται από εκθέσεις Βενετών Προβλεπτών, κρητικά κείμενα και, κυρίως, από τοιχογραφημένες βυζαντινές και μεταβυζαντινές εκκλησίες.

Το βυζαντινό «στιχάριο» (μακρύ ριχτό ρούχο μέχρι τους αστράγαλους σχεδόν) κυριαρχεί, ενώ οι νεότεροι στην ηλικία φορούν ρούχο πάνω από το γόνατο με ζώνη στη μέση και τη χαρακτηριστική κάλτσα από κάτω. Τα ρούχα της περιόδου αυτής χαρακτηρίζονται από έντονα και ποικίλα χρώματα.

Με την πάροδο του χρόνου οι Κρήτες, ακολουθώντας το νέο ρεύμα ή και κατόπιν διαταγών, ντύνονται σύμφωνα με τη βενετσιάνικη μόδα ανάλογα με την τάξη που ανήκουν και το επάγγελμα που εξασκούν.

Αυτά, βέβαια, όσον αφορά στους εύπορους και τους αξιωματούχους, γιατί οι αγρότες και γενικά οι κάτοικοι της υπαίθρου που έπασχαν οικονομικά από την αφαίμαξη των Βενετών είχαν καταντήσει κουρελήδες και ο καθένας ντυνόταν με ό,τι έβρισκε ίσα για να καλύψει τη γύμνια του.

Αυτή ήταν η κρητική ενδυμασία μέχρι το μισό περίπου του 16ου αιώνα.

Τότε κάνει την εμφάνισή της η βράκα , που έμελλε να διατηρηθεί μέχρι τις μέρες μας σχεδόν και με κάποιες διαφοροποιήσεις, να αποτελέσει το επίσημο ένδυμα του Κρητικού για τους επόμενους αιώνες.

Από πού όμως ήρθε η βράκα;

Τον 16ο αιώνα, οι Μπαρμπαρέζοι πειρατές που λυμαίνονταν τη Μεσόγειο φορούσαν ένα είδος βράκας που συνοδευόταν από γιλέκο, φέσι με ή χωρίς σαρίκι, φαρδιά ζώνη και χαμηλές μπότες.

Οι Κρήτες ναυτικοί, σαν ιδιώτες ή σαν αγκαρευόμενοι στα βενετσιάνικα πλοία αναγκάζονταν πολλές φορές να φορούν ρούχα όμοια με των πειρατών ώστε αυτοί να τους μπερδεύουν και ωσότου να γίνει αντιληπτό το τέχνασμα οι ναυτικοί να έχουν απομακρυνθεί από τους πειρατές.

Είναι λογικό σε εποχές μεγάλης οικονομικής δυστυχίας για τους φτωχούς χωρικούς της Κρήτης, αυτοί να συνεχίζουν να φοράνε το ναυτικό αυτό ένδυμα και μετά την αποστράτευσή τους από τα καράβια, μην έχοντας άλλα ρούχα και με τη σιωπηρή ανοχή των Βενετών. Έτσι καθιερώθηκε η βράκα σαν επίσημο ένδυμα των Κρητικών.

Το ένδυμα αυτό συνεχίστηκε να φοριέται από όλους τους Κρήτες μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα.

Τότε, με το μεταναστευτικό ρεύμα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες (για να πάει κανείς εκεί έπρεπε να αποβάλλει τη βράκα) και τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, οι Κρητικοί άρχισαν σιγά σιγά να αντικαθιστούν τη βράκα με την κυλότα , της οποίας η επίδραση προέρχεται από τους ιππείς των ευρωπαϊκών στρατευμάτων.

Μπαίνει μέσα στα στιβάνια (ψηλή μπότα) και συνδυάζεται με πουκάμισο, γελέκο και μεϊτάνι , πλατιά υφαντή ζώνη και μαύρο μαντήλι στο κεφάλι.

Αυτόν τον τύπο φορεσιάς έβαλε και ο Ελ. Βενιζέλος κατά το κίνημα του Θερίσου το 1905.

Απλοποίηση του τύπου αυτού αποτελεί ο συνδυασμός κυλότα, πουκάμισο, μαύρο μαντήλι και στιβάνια, ενδυμασία που φορέθηκε πολύ την περίοδο της εθνικής αντίστασης και που σώζεται ακόμα σε μερικά, ορεινά κυρίως, χωριά της Κρήτης .

Ακόμα, την περίοδο της Κρητικής Πολιτείας, το Σώμα της Χωροφυλακής καθώς και οι Καβάσηδες, η προσωπική δηλαδή φρουρά του πρίγκιπα Γεωργίου, ήταν ντυμένοι με την παραδοσιακή φορεσιά.

Σήμερα, η κρητική παραδοσιακή φορεσιά λόγω κόστους, αλλά κυρίως λόγω μόδας τείνει να γίνει μουσειακό είδος. Οι μόνοι που τη φορούν ακόμη είναι οι χορευτές των παραδοσιακών συγκροτημάτων στους χορούς και στις παρελάσεις.

Πρέπει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι μετά το 1913 που έγινε η επίσημη ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα η παραδοσιακή κρητική φορεσιά της κρητικής Χωροφυλακής καθιερώθηκε ως η δεύτερη επίσημη ενδυμασία της ανακτορικής φρουράς. Έτσι, μέχρι σήμερα η μισή προεδρική φρουρά φοράει τη φουστανέλα και η άλλη μισή τη βράκα, το εσωτερικό δε του προεδρικού μεγάρου φρουρούν βρακοφόροι.

Η Φορεσιά που βλέπουμε σήμερα

Η ανδρική φορεσιά αποτελείται από διάφορα τμήματα, τα οποία φορεμένα μας δίνουν την εικόνα του κρητικού που όλοι γνωρίζουμε. Αυτά ράβονται από ειδικούς τεχνίτες τους επονομαζόμενους «τερζήδες» .

Πρώτα ο Κρητικός φοράει το πουκάμισο . Το λευκό φοριόταν στους γάμους στις χαρές και στα πανηγύρια, ενώ το μαύρο ήταν δείγμα πένθους. Οι Κρήτες, μετά το θάνατο του Ελευθερίου Βενιζέλου το 1936 φόρεσαν μόνιμα μαύρο πουκάμισο σε ένδειξη διαχρονικού πένθους και το βγάζουν μόνο στις χαρές.

Στη συνέχεια, πάνω από το πουκάμισο φοριέται το γελέκι . Είναι αχειρίδωτο (χωρίς μανίκια) και φτιάχνεται από τσόχα καλής ποιότητας χρώματος βαθύ μπλε. Διακρίνεται σε ίσιο ή ανοιχτό που αφήνει να φαίνεται το πουκάμισο και σε σταυρωτό που σταυρώνει με τα δυο πέτα του στο στήθος και κλείνει τελείως εμπρός και κουμπώνει στα πλάγια, με θελιές και κουμπάκια. Στα πέτα του γίνεται διακόσμηση με πολλαπλές σειρές από μεταξωτά σειρήτια χρώματος μαύρου ή βαθύ μπλε που ονομάζονται χάρτζα.

Κατόπιν ο κρητικός φοράει τη βράκα , που έχει τις ρίζες της στους πειρατές της Μπαρμπαριάς. Φτιάχνεται κι αυτή από τσόχινο ύφασμα χρώματος βαθύ κυανού και κεντιέται με μαύρο γαϊτάνι στις ραφές και στις ποδαρές.

Τη βράκα συμπληρώνουν οι κάλτσες , που παλιότερα αποτελούσαν ξεχωριστό τμήμα της φορεσιάς, ενώ αργότερα άρχισαν να ράβονται πάνω στη βράκα, στα δύο μπατζάκια της.

Στη συνέχεια φοριούνται τα υποδήματα ή στιβάνια , χρώματος άσπρου ή μαύρου ανάλογα με την περίσταση και μετά αρχίζει να τυλίγει τη ζώνη του μοιρασμένη πάνω από τη βράκα και το γελέκι. Η ζώνη, που είναι υφαντή από λεπτό μαλλί ή καθαρό μετάξι, έχει χρώμα μπλε ή κόκκινο, το μήκος της είναι περίπου 8 μ. και το πλάτος της 50εκ. Ταυτόχρονα περνάει σε αυτή και το μαχαίρι με μαύρη λαβή (μαυρομάνικο) ή ανοιχτόχρωμη, που η μορφή της σε σχήμα V είναι μοναδική σε όλο τον κόσμο. Η θήκη του, από ακριβό, συνήθως μέταλλο (ασήμι), είναι διακοσμημένη με πλούσια ανάγλυφα σχέδια.

Στη συνέχεια κρεμιέται από το λαιμό η καδένα , το μοναδικό κόσμημα της φορεσιάς, που στο τελειώμά της συνδέεται το ρολόι το οποίο μπαίνει στο τσεπάκι του γελέκου.

Στο κεφάλι βάζει ο Κρητικός το τσακιστό φέσι που αργότερα αντικαταστάθηκε από μαύρο μαντήλι με πυκνά κρόσσια που μοιάζουν με δάκρυα και συμβολίζουν τη θλίψη των Κρητικών για τους συμπατριώτες τους που ολοκαυτώθηκαν στο Αρκάδι.

Η ένδυση ολοκληρώνεται με το μεϊτάνι που μπαίνει πάνω από το γελέκι. Είναι ρούχο με μανίκια, μεσάτο και τελείως ανοιχτό μπροστά. Είναι φτιαγμένο από ύφασμα ίδια ποιότητας και χρώματος με το γελέκι και τη βράκα και κοσμείται με χάρτζα μαύρου χρώματος σε διάφορα σημεία του.

Τις κρύες μέρες ο Κρητικός φοράει αναρριχτό (όχι από τα μανίκια) το καπότο . Αυτό είναι μια κοντή κάπα με κουκούλα φτιαγμένη από το ίδιο τσόχινο ύφασμα όπως και τα υπόλοιπα ρούχα. Έχει και αυτό πλούσια κεντήματα στους ώμους, τους αγκώνες στην πλάτη και στα δυο πέτα, ενώ εσωτερικά είναι επενδυμένο με κόκκινη τσόχα που και σε αυτή την πλευρά υπάρχουν εντυπωσιακά κεντήματα.

ΞΕΝΟΣ ΚΡΗΣ


 

09637b4a9b62465a4ccfc31f73ed5eec[1]


 

Η ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, Η ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΦΟΡΕΣΙΑ

 

Η γυναίκα της Κρήτης συνεχίζει να φορά το βυζαντινό ένδυμα και μετά την κατάληψη του νησιού από τους Βενετούς και μέχρι περίπου την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453.
Αυτό αποτελείται από δύο ιμάτια με μανδύα και τυμπάνιον στο κεφάλι.

Οι απλές γυναίκες της υπαίθρου φορούσαν τα ίδια ρούχα, κατώτερης όμως ποιότητας και στη μέση μια ποδιά, το προσέργιον.

Σύνηθες ήταν ακόμα και το σακοφίστανο (ζακέτα και φούστα), που μαζί με την ποδιά, φοριέται ακόμα και σήμερα από τις υπερήλικες γυναίκες στα χωριά μας.

Από το τέλος του 15ου αιώνα το ρεύμα σπρώχνει προς την ιταλική μόδα και η εύπορη χωρική της Κρήτης ακολουθεί τη μόδα της Κρητικής αστής που ντύνεται σύμφωνα με τη μόδα της Βενετίας.

Η είσοδος της ανδρικής βράκας στην Κρήτη, επηρέασε και τη γυναικεία φορεσιά. Οι νέες κοπέλες δανείστηκαν από τους άνδρες το «μεϊτάνι» και το ονόμασαν ζιπόνι το οποίο κέντησαν με χρυσές κλωστές και ονομάστηκε και χρυσοζίπονο.
Αξίζει εδώ να σημειωθεί η καταπληκτική ομοιότητα του ζιπονιού, που αφήνει το στήθος ανοικτό, με το περικόρμιο των γυναικών της Κνωσού.

Το ζιπόνι στην αρχή ήταν κοντό και φορέθηκε πάνω από το φόρεμα. Αργότερα, το 17ο αιώνα, το φόρεμα χωρίστηκε σε επανωκόρμι και φούστα .

Το επανωκόρμι σιγά σιγά αποσύρεται και αντικαθίσταται από κεντημένο πουκάμισο .

Αργότερα η φορεσιά συμπληρώνεται με τη διακοσμητική μπροσποδιά, κατάλοιπο της βυζαντινής εποχής.

Η Φορεσιά που βλέπουμε σήμερα

Σήμερα, σώζονται τρεις χαρακτηριστικές γυναικείες κρητικές φορεσιές, που η καθεμιά πρωτοφορέθηκε σε διαφορετικό σημείο του νησιού, αλλά με την πάροδο του χρόνου εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη την Κρήτη.
Η σφακιανή φορεσιά, η ανωγειανή ή «σάρτζα» και η φορεσιά της Κριτσάς ή «κούδα».

Η σφακιανή είναι η γιορτινή ή νυφική φορεσιά της περιοχής των Σφακίων και φορέθηκε σε ολόκληρη τη δυτική Κρήτη.

Είναι η φορεσιά με τα παλιότερα στοιχεία από όλους τους τύπους ενδυμασιών που παραλάβαμε στις αρχές του 20ου αιώνα.

Αποτελείται από πολύπτυχη φούστα σε χρώμα βυσινί ή καφέ συνήθως.
Στο κάτω μέρος έχει φάσα από δυο φαρδιά χρυσαφένια σιρίτια .

Το πουκάμισο της φορεσιάς είναι λευκό υφαντό, μεταξωτό ή βαμβακερό και στις άκρες των μανικιών μπορεί να έχει πλούσια κεντήματα ή προσραπτόμενη δαντέλα.

Πάνω από το πουκάμισο μπαίνει το μεσάτο ζιπόνι , του οποίου τα μανίκια μπορεί να είναι αποσπώμενα. Το ζιπόνι είναι χρώματος μαύρου, καφέ ή βυσσινί, φτιαγμένο από τσόχα ή βελούδινο ύφασμα καλής ποιότητας. Είναι χρυσοκέντητο και μπροστά έχει άνοιγμα σε σχήμα V και κλείνει στο κάτω μέρος του σε ένα σημείο.

Το μαντήλι μπορεί να έχει χρώμα κόκκινο ή βυσσινί και να δένεται στο κεφάλι ή άσπρο ριχτό.
Στη στολή μπορεί να προστεθεί και υφαντή λευκή ποδιά , διακοσμημένη με πλούσια κεντήματα.

Η σάρτζα ή ανωγειανή φορεσιά πήρε το όνομά της από ένα βασικό κομμάτι της στολής που έχει σχήμα ποδιάς και λέγεται σάρτζα . Φορέθηκε σε ολόκληρη την Κρήτη αλλά ιδιαίτερα στα Ανώγεια από όπου και πήρε το όνομά της.

Η στολή αποτελείται από μια φαρδιά παντελόνα φουφουλωτή στα κάτω άκρα.

Από πάνω μπαίνει μια μακριά πουκαμίσα χρώματος κρεμ , που έχει το ρόλο του φορέματος αφού είναι τόσο μακριά όσο να φαίνεται το κάτω μέρος από τις μπατζάκες του παντελονιού.

Η ποδιά της φορεσιάς είναι η κλασική κρητική ποδιά με τα πλούσια κεντήματα. Η σάρτζα , που έχει κόκκινο χρώμα , είναι μια ποδιά που δένεται πίσω και οι δυο της άκρες πιασμένες μπαίνουν στην αριστερή πλευρά της ζώνης, η οποία είναι και αυτή κόκκινη υφαντή.

Το ζιπόνι φτιάχνεται από τσόχα σε διάφορα χρώματα, με επικρατέστερο το μαύρο, κι είναι πλούσια χρυσοκεντημένο. Αφήνει μπροστά ένα μεγάλο ημικυκλικό άνοιγμα με συνέπεια να μην καλύπτει το στήθος.

Το κεφαλομάντηλο είναι κόκκινο ή βυσσινί με χρυσό ή κίτρινο κρόσσι .

Η Κούδα ή φορεσιά της Κριτσάς πήρε το όνομά της από ένα εξάρτημα σε σχήμα φούστας, χρώματος κόκκινου που ονομάζεται κούδα (στα ιταλικά σημαίνει ουρά ). Από τον τρόπο που φοριέται και πιάνεται στο πίσω μέρος σχηματίζει μια ιδιότυπη διακόσμηση σε σχήμα ουράς.

Η φορεσιά αυτή έχει πολλές ομοιότητες με την Ανωγειανή φορεσιά, αφού και αυτή περιλαμβάνει παντελόνα , και μακριά πουκαμίσα . Η διαφορά είναι ότι η παντελόνα έχει φαρδύ κέντημα στα μπατζάκια ίδιο με αυτό της ποδιάς.

Το ζιπόνι της φορεσιάς έχει ίδιο χρώμα με την κούδα, και είναι πιο μακρύ καλύπτοντας τους γοφούς.

Ιδιαίτερο είναι το κεφαλομάντηλο της φορεσιάς. Είναι λευκό , πολύ μακρύ και έχει ιδιαίτερο δέσιμο .

Ξεχωριστή θέση στη γυναικεία ενδυματολογία κατέχουν τα κοσμήματα της κεφαλής , που η παρουσία τους, εκτός από διακοσμητική, ήταν και φυλακτική.

Τα κοσμήματα του στήθους, του λαιμού, της μέσης μαρτυρούν την οικονομική και κοινωνική θέση της Κρητικιάς.

Ξεχωριστή θέση σε αυτά καταλαμβάνει το σύμβολο-κόσμημα, ο σταυρός .

 γυναίκα της Κρήτης φοράει βραχιόλια, δαχτυλίδια και νομίσματα , ραμμένα πάνω στη μαντήλι, στο στήθος και στη μέση.

Την γυναικεία φορεσιά συμπληρώνει το αργυρομπουνιαλάκι , το γυναικείο μαχαίρι, που είναι ίδιο με το ανδρικό αλλά μικρότερων διαστάσεων και περνιέται στη ζώνη της Κρητικοπούλας.

ΞΕΝΟΣ ΚΡΗΣ

 


 

 

londonuk-10th-jan-2016-revellers-wearing-no-pants-in-london-at-the-FB5Y35[1]


John Ashbery / Τζον Άσμπερυ

Ποίημα πριν από τον χρόνο

Ήσυχα, λες και θα μπορούσε να γίνει
διαφορετικά, η θάλασσα γυρίζει
και μπαίνει γλιστρώντας στην κιλότα της.

Οι ύφαλοι κάτι πρέπει να ξέρουν,
όπως και όλοι οι απερίεργοι σολομοί
που κολυμπούν ελαφρόμυαλα κατά κοπάδια

κι αναρωτιόνται ποιο κοπάδι είναι καλύτερο.
Πιστέψτε με, δεσποινίς Θάλασσα, θα σας πήγαινα
μια βόλτα με το σαραβαλάκι μου, αν μπορούσα.

(Your Name Here, 2000. Translated into Greek by Vasilis Papageorgiou. This translation was published in ΠΟΙΗΣΗ 16, 2000. Photograph by Lo Snöfall.)

ΧΡΩΜΑΤΑΧΡΩΜΑΤΑ


london-uk-11th-jan-2015-no-trousers-tube-ride-no-pants-subway-ride-EDXJJW[1]


“Οταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα”

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΞΕΓΥΜΝΩΜΑΤΑ ΨΥΧΑΓΩΓΙΑΣ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ ΤΑ ΞΕΓΥΜΝΩΜΑΤΑ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΤΡΙΩΝ

 Οι γυναικείες φυλακές Αβέρωφ

To άρθρο αυτό αφορά το κολαστήριο των γυναικείων φυλακών Αβέρωφ, που μάτωσαν και πέθαναν εκατοντάδες δημοκράτισσες και κομμουνίστριες από την εποχή του εμφυλίου έως και το 1966. Ανοίγουμε την σκουριασμένη πόρτα του κελιού τους και ακούμε προσεκτικά τις φωνές τους να μας μιλούν…

Το υπόμνημα

Εκατοντάδες είναι τα υπομνήματα που στάλθηκαν από τις εξόριστες και φυλακισμένες γυναίκες των σκοτεινών χρόνων της ελληνικής δημοκρατίας. Αυτό είναι απλά ένα από αυτά..

«Τη στιγμή που οι προοδευτικές δυνάμεις της ανθρωπότητας δίνουν τη μάχη τους για την Παγκόσμια ειρήνη οι φυλακισμένες γυναίκες του Αβέρωφ, υψώνουμε τη φωνή μας για να αποκαλύψουμε μια μόνο πτυχή του όλου δράματος που παίζεται στην Ελλάδα και να καταγγείλουμε το όργιο της τρομοκρατίας, τις άδικες καταδίκες και να ζητήσουμε δικαιωματικά τη Λευτεριά, την Ανεξαρτησία και την Γενική Πολιτική αμνηστεία, απαραίτητη προϋπόθεση για την ειρήνευση της Ελλάδας.

Σε μια σύγχρονη Βαστίλλη της Αθήνας βρισκόμαστε στοιβαγμένες 760 γυναίκες, συρμένες από κάθε γωνιά της Ελλάδας, από όλα τα κοινωνικά στρώματα, από τη μεγαλοκυρά ως την παραδουλεύτρα, από την εργάτρια και την αγρότισσα μέχρις την επιστημόνισσα, από τη γιαγιά των 90 χρόνων μέχρις το βρέφος.

 

Πενήντα εργάτριες, 550 αγρότισσες, 100 νοικοκυρές, 15 δασκάλες, 10 επιστημόνισσες, 23 φοιτήτριες μαζί με τις γιαγιάδες των 60 – 90 χρόνων και τα 30 μέχρι 3 ετών βρέφη φτιάχνουν τον κατάλογο των κρατουμένων.

Εδώ είναι η μάννα και η αδελφή που έδωσε το παιδί της στον Αλβανικό Πόλεμο και εδώ είναι η μάννα που της κρέμασαν το παιδί της οι Γερμανοί και το τραγικώτερο, της ίδιας μάννας το παιδί σκότωσαν τα αποσπάσματα. 30 είναι αυτές που έδωσαν θύματα στην Αλβανία, 50 στην Κατοχή και 150 στον εμφύλιο πόλεμο.

Μα αν αγγίξουμε καλύτερα την ατομική περίπτωση της κάθε μιας φυλακισμένης θα δούμε να ξεδιπλώνεται σε κάθε προσωπική ιστορία, ολόκληρο το δράμα μας, ολόκληρη η τραγική μοίρα της χώρας μας από την Αλβανία μέχρις σήμερα.

Η γιαγιά η ΜΑΜΑΛΙΝΑ, μια γριούλα 90 χρόνων είδε να σκοτώνεται το ένα της παιδί στην Αλβανία, το άλλο στην Κατοχή από τους Γερμανούς και το άλλο να εκτελήται απ’ το εκτελεστικό απόσπασμα. Δικάστηκε ισόβια γιατί μάννα Ηρώων δεν δέχθηκε να παραδώσει το γυιό της όπως της ζητούσαν.

Η ΜΑΡΙΑ ΤΣΑΛΜΑ έχασε τον άνδρα της στην Αλβανία. Δύο αδέρφια της σκότωσαν οι Γερμανοί και η ίδια, το τραγικό θύμα, αφού βασανίστηκε απάνθρωπα με μαχαιριές σε όλο το σώμα, δικάστηκε σε θάνατο.

Της ΑΜΑΛΙΑΣ ΓΑΛΑΤΣΗ ο αδελφός αεροπόρος πέφτει στην Αλβανία, ο άλλος ο αδελφός και ο πατέρας της κρεουργούνται από τις παρακρατικές οργανώσεις, η γιαγιά, η αδελφή και η νύφη της εκτελούνται το 1948 από τις παρακρατικές οργανώσεις και η ίδια δικάζεται από στρατοδικείο 15 χρόνια.

Η ΤΣΙΡΟΓΙΑΝΝΗ έχασε τον άνδρα της στην Αλβανία, η ίδια βασανίστηκε από τη Χωροφυλακή με φάλαγγα και βούρδουλα μέχρις που ουρούσε αίμα.

Η ΑΝΝΑ ΣΤΑΜΑΤΑΤΟΥ, 65 χρονών, έχασε τα τρία παιδιά της, δύο από το απόσπασμα των Γερμανών και ένα εκτελέστηκε στον εμφύλιο πόλεμο.

Της ΜΑΡΙΑΣ ΜΑΥΡΟΚΑΨΙΔΟΥ, 60 χρονών, ο άνδρας της και ο γυιός της εκτελούνται από Γερμανούς και αυτή δικάζεται σε θάνατο από το σημερινό Στρατοδικείο.

Η ΜΑΡΙΑ ΖΩΓΟΥ, 60 χρονών, μένει ολομόναχη στον κόσμο. Το ένα της παιδί εκτελούν οι Γερμανοί, το άλλο, τον αδελφό της και τον γαμπρό της τα Ελληνικά αποσπάσματα. Η ίδια βασανίζεται απάνθρωπα, δικάστηκε σε θάνατο.

Η ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΟΥΣΑΝΔΡΑ μένει ολομόναχη στον κόσμο με 11 εκτελεσμένους εκ των οποίων τα 3 παιδιά της και 5 ανήψια της.

Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΣΑΡΑΤΣΗ χάνει τα τρία αδέρφια της στην Αλβανία, στην Κατοχή και στον εμφύλιο πόλεμο, τρελλαίνεται ο άνδρας της από τα βασανιστήρια στη Μακρόνησο και η ίδια βασανίζεται και δικάζεται σε θάνατο.

Της ΕΛΕΝΗΣ ΜΠΟΥΡΝΗ εκτελούν τον πατέρα οι Γερμανοί και τον αδελφό της τα εκτελεστικά αποσπάσματα.

Της ΓΑΡΥΦΑΛΙΑΣ ΔΟΥΝΙΑ, εκτελούν τον αδελφό της οι Γερμανοί και τα σημερινά Στρατοδικεία τον άλλον τον αδελφό, ενώ αυτή βασανίζεται και καταδικάζεται.

Το όργιο της φρίκης και του πόνου

Απειρες είναι οι περιπτώσεις που θα μπορούσαν να αραδιαστούν αλλά και οι λίγες που αναφέραμε μπορούν να δείξουν τη μοίρα εκείνων που πολέμησαν τους Ιταλούς στον πόλεμο και τον ξένο καταχτητή. Αλλοι συνελήφθησαν χωρίς καμμιά συγκεκριμένη κατηγορία και δικάστηκαν σε βαριές ποινές από τα Εκτακτα Στρατοδικεία σκοπιμότητας με μοναδικό τους έγκλημα την αγάπη τους για τη Λευτεριά και την Ανεξαρτησία. Μόνο 80 ελαφρόποινες, δηλαδή με ποινή έως 15 χρόνια έχουμε στις 760 φυλακισμένες, οι άλλες είναι ισοβίτισσες και 120 σε θάνατο. Φτάνει να έχει αναμιχθή κανείς ενεργά στο κίνημα της Εθνικής Αντιστάσεως, φτάνη να έχη αναμιχθή σε οποιαδήποτε νομιμη οργάνωση για να αποτελέσει λόγο τελειωτικής εξοντώσεώς του με κάθε μέσο. Ολόκληρες οικογένειες ξεσπιτώνονται, ολόκληρα χωριά ξεριζώνονται από την υστερική μανία του εγκληματικού φασισμού. Δεν χρειάζεται πολύς κόπος για να σταθή η κατηγορία, είναι έτοιμη από πρώτα, στερεότυπη, πανομοιότυπη, ίδια με όλες. Τα εγκλητήρια δεν διαφέρουν διόλου μεταξύ τους. Ο,τι χρειάζεται για την βιτρίνα δημιουργείται στην στιγμή με μόνιμους εξ επαγγέλματος μάρτυρες κατηγορίας, τους αστυνομικούς της Ασφάλειας.

Το παν μηχανοποιείται με ταχύτητα, φθάνει να εξοντωθούν όσοι από στοιχειώδη ανθρώπινη αξιοπρέπεια και σεβασμό στην ελευθερία της συνειδήσεως, αρνούνται να υποκύψουν στην πίεση για εξευτελιστική δήλωση μετανοίας.

Ο απώτερος αντικειμενικός σκοπός τους είναι να λυγίσουν, να εξευτελίσουν, να αχρηστεύσουν με όλα τα μέσα όσους αγωνίστηκαν στην Εθνική Αντίσταση με τελευταίο σταθμό το θάνατο. Γι’ αυτό οι κρατούμενοι πριν φτάσουν στο Στρατοδικείο περνούν μια βασανιστική πορεία πάλης με τα όργανα του φασισμού. Αντιμετωπίζουν περήφανα ένα ομαδικό όργιο τελειοποιημένων βασανιστηρίων, καταστάλαγμα πείρας της γερμανικής και ιταλικής κατοχής. Άλλωστε και τότε και τώρα τα πρόσωπα των βασανιστών είναι ίδια.

Ο,τι σοφίζεται η υστερική διεφθαρμένη φαντασία τους εφαρμόζονται στις κρατούμενες. Απόλυτη απομόνωση σε μικρά κελιά 1 Χ 1 μέτρο, χωρίς φως και αέρα, ξύλο μέχρι σπασίματος των οστών, φάλαγγα, δέσιμο με λεπτό σύρμα όλο το σώμα (λιτάρισμα) και κρέμασμα με παρακολούθηση γιατρών (επιστημονικά βασανιστήρια), ξεγυμνώματα, ταπεινώσεις, ξύλα στα γενικά όργανα και το εσωτερικό των μηρών, βγάλσιμο νυχιών με τανάλιες, βελόνες στα νύχια, γάτες μέσ’ στις κυλότες, βραστά αυγά στις μασχάλες, ηλεκτρικά σύρματα, ταπεινώσεις, διαπομπεύσεις, βιασμοί.

Αλλά στο φαινόμενο αυτό των ομαδικών βασανιστηρίων αντιπαρατάσσονται οι ομαδικοί ηρωισμοί των απλών αλλά υπερήφανων γυναικών του λαού μας.

Αυτά μας μαρτυρούν οι συντρόφισσες των φυλακών Αβέρωφ με τα βαθουλωμένα καλοσυνάτα μάτια και τα δειλά χαμόγελα…

Βασανισμοί πέραν από κάθε όριο

Το μυαλό δεν μπορεί να συλλάβει το μέγεθος της ανθρώπινης διαστροφής, της ανθρώπινης αρρώστειας, που απαιτείται για να προβεί κανείς στις παρακάτω πράξεις. Οι γυναίκες μιλούν, μαζί μιλούν και τα τσακισμένα τους κορμιά. Ποιά χέρια τόλμησαν να ακούμπησουν κορμί γυναίκας για άλλο λόγο από τον έρωτα; Ποιό μυαλό μπορέι να προκαλέσει τόσο πόνο σε ένα γυναικείο κορμί; Ποιοί είναι τούτοι οι άνθρωποι-κτήνη ;

Δεν τους εμπόδισαν τα 70 χρόνια της ΑΘΗΝΑΣ ΤΣΑΝΤΙΚΟΥ, να την ξεγυμνώσουν, να της περάσουν φάλαγγα και να την πολτοποιήσουν (βρίσκεται μόνο μ’ ένα γλουτό). Αλλά ούτε και τη γρηά ηρωίδα δεν την εμπόδισε τίποτα να φωνάζει από την απομόνωση γυμνή και κρεουργημένη στο 15χρονο αγόρι της που το βασανίζανε …. “μη παιδί μου πεις ψέματα και πάρης κόσμο στο λαιμό σου”.

Κι όταν στη ΓΙΑΓΙΑ ΚΑΣΤΑΝΙΔΟΥ, 65 χρονών, μετά τα βασανιστήρια, της φέρανε μπροστά της δεμένο το ανήλικο παιδί της (14 χρονών) και του στηρίξανε το πιστόλι στα μηνίγγια … “μη σε νοιάζει παιδί μου” του είπε , “κι αν πεθάνης δεν θα καταλάβης τίποτα, δυό λεπτών υπόθεση είναι σε λίγο θα ρθω και γω”.

Της ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ της αρπάζουν από την αγκαλιά και της σκοτώνουν το μικρό που της είχε αφήσει ο εκτελεσμένος από τους Γερμανούς άνδρας της. Μετά την βασανίζουν και της σπάνε την ωμοπλάτη και τη λεκάνη.

Η ΒΙΟΛΕΤΑ ΤΣΑΜΟΥΤΑΛΙΔΟΥ 75 χρονών, με σκοτωμένο το παιδί της από τους Γερμανούς, ενώ τη βασανίζουν άκουγε από το διπλανό κελλί τα βογγητά του παιδιού της, του ήρωα του Ελ-Αλαμέιν, που ενώ ξεψυχούσε από τα βασανιστήρια φώναζε «μάννα μου».

Την ΜΑΛΑΜΑΤΗ ΚΑΛΚΑΝΤΖΗ 60 χρονών, αφού τη βασάνισαν μαζί με τον άνδρα της, την πέταξαν τη νύχτα μαζί του σ’ ένα σκοτεινό κελλί αναίσθητη από τα βασανιστήρια. Σε λίγο συνήλθε ακουμπισμένη στο κρύο μάγουλο του ανδρός της που ήταν νεκρός.

Την ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΚΟΥΚΜΑ 60 χρονών τη βασάνισαν απάνθρωπα γιατί είχε κόρη στο βουνό. Την πατούσαν με τα άρβυλα στο στήθος και στο σώμα ολόκληρο, τόσο που τα σημάδια φαίνονται και σήμερα, της φόρεσαν κυλότα ειδική, της βάλανε μέσα γάτα, που της ξέσχισε τις σάρκες, της έβαλαν παλούκια στα γεννητικά όργανα. Εμεινε σακατεμένη.

Θα μπορούσε κανείς να γεμίσει σελίδες ολόκληρες γυναικών βασανισμένων γιατί τα βασανιστήρια είναι απαραίτητο στάδιο εκείνου που θα δικασθή.

Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΣΤΑΥΡΙΔΑΚΗ, ενώ επί δυο μήνες συνεχώς βασανίζεται, ξύλο φάλαγγα, λιτάρισμα, κόβει τις φλέβες της και ανοίγει την κοιλιά της για να τελειώσει αυτό το μαρτύριο. Μα δεν σταματάνε. Μετά το Νοσοκομείο, πριν κλείσει το τραύμα της, συνεχίζουν το μαρτύριο, την κρατάνε δεμένη με λεπτό σύρμα όρθια, 70 ώρες χωρίς ούτε νερό.

Την ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΚΑΝΤΖΟΥ, μια κοπέλλα 24 χρονών που για να αποφύγει την δίωξη των Μαϋδων κατέφυγε στο βουνό, την ανάγκασαν να στέκεται όρθια στην πλατεία της Καστοριάς, σ’ ένα ύψωμα κρατώντας στα δυο χέρια της τα κομμένα κεφάλια του γαμπρού της και του θείου της. Η τραγική κοπέλλα διανυκτέρευσε με τα κεφάλια στο ίδιο κελί που βασανίστηκε άγρια.

Την ΑΝΝΑ ΑΜΠΑΤΖΗ 50 χρονών, την σήκωσαν από το κρεβάτι άρρωστη από φυματίωση και οξείς ρευματισμούς και την βασανίζουν 11 μέρες βάρβαρα. Την πατάνε με άρβυλα στο λαιμό, της βγάζουν τα μαλλιά, της σπάνε τη δεξιά ωμοπλάτη, της κόβουνε με δαγκωματιά τη γλώσσα, της βάζουν καρφίτσες στα νύχια, της βγάζουν τα δόντια με τανάλιες.

Την ΟΛΓΑ ΗΛΙΑΔΟΥ την κρεμάνε, και την δένουν πίσω από το αυτοκίνητο ενώ τρέχει …

Την κόρη του στρατηγού ΝΑΣΗ , ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ, άρρωστη με οστεομυελίτιδα την βασανίζουν με φάλαγγα και με στεφάνι στο κεφάλι. Το ίδιο βασανίζουν και την κόρη του στρατηγού Χαλάρη, Χρησηΐδα του Εθνικού ήρωα του 1912 και την δικάζουν δύο φορές σε θάνατο.

Όλες μαζί εξιστορούν τον γολγοθά του Αβέρωφ, οι βασανισμένες, οι νεκρές, οι ζωντανές. Και στέκουν εκεί σεμνά, ενωμένες, αρραγείς, με τον χάρο αδελφό πια, να τις παραστέκει κρατώντας τες τρυφερά απ’ το  χέρι.

Οι βιασμοί

Αλλά εκείνο που χαρακτηριστικά δείχνει το σάπισμα και την ψυχική διαφθορά τους είναι ότι εφαρμόζουν σε πλατειά κλίμακα ως μέσο ανάνηψης και καταστολής της ανταρσίας, το αδίκημα του βιασμού, πράξη που για τα έθιμα της Ελλάδας είναι η μεγαλύτερη κηλίδα για την γυναίκα και την οικογένειά της που κρατάει ολόκληρες γενιές. Ανθρώπινα κτήνη ειδικά στρατολογημένα, που μόνο με τα γερμανικά Ες – Ες μπορούν να παρομοιασθούν, βιάζουν την ΑΝΘΟΥΛΑ ΠΑΛΗΚΑΡΙΔΟΥ (ετών 45) μπροστά στα παιδιά της ενώ προηγουμένως την κακοποιούν αφάνταστα. Συνεχίζοντας την πορεία της η Ανθούλα δέχεται περήφανα την ποινή του θανάτου, ενώ της εκτελούν τον άνδρα της και τον αδελφό της.

Η Ε. Λ. βιάσθηκε πολλές φορές από ειδικά στρατολογημένα κτήνη και απέκτησε παιδί.

Η ΠΕΠΠΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ έπειτα από συστηματικά και απάνθρωπα βασανιστήρια βιάσθηκε από το Μπάολα όργανο της ΕΣΑ.

Η ΜΟΣΧΑ ΞΑΝΘΟΥ βιάσθηκε από πολλούς ενώ προηγουμένως βασανίσθηκε στο Σκαραμαγκά.

Η ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΓΚΙΤΗ 17 χρονών, διαπομπεύεται και έπειτα την βιάζουν.

Η Μ. Τ. έπειτα από φοβερά βασανιστήρια βιάσθηκε και απέκτησε παιδί.

Η ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΟΥ βιάσθηκε.

ΣΟΦΙΑ ΚΩΡΟΥ. Βιάσθηκε από ΜΑΥ.

ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΤΣΟΥΤΣΟΥΛΑ 22 χρονών, βιάσθηκε με εργαλεία από γιατρούς, 1 πολιτικό και 1 στρατιωτικό της Αστυνομίας Λαρίσης.

ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΡΑΠΤΙΔΟΥ, 23 χρονών βιάζεται στο Κιλκίς και της μετέδωσαν σύφιλη.

Και η ΧΡΥΣΑΝΘΗ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ καταγγέλει στο Δικαστήριο ότι βιάσθηκε αυτή και όλες οι συγκρατούμενές της από όργανα του φασισμού.

Πως πεθάναμε …

Με τέτοια ψυχικά και σωματικά τραύματα φτάναμε στο Στρατοδικείο. Επρεπε να παιχθεί και το τελευταίο μέρος της σκηνοθεσίας του δράματος. Χωρίς μάρτυρες υπεράσπισης, μέσα σε ατμόσφαιρα αφάνταστης τρομοκρατίας με ουσιαστική απουσία υπερασπίσεως στα περισσότερα μέρη, με διαδικασία σε ταχύτητα πταίσματος, περνούσαμε από τη ζωή στο θάνατο με την ερώτηση

– Είσαι κομμουνίστρια;… Αποκηρύσσεις;

Ενώ σε άλλες:

– Αποκηρύσσεις το παιδί σου;

Μ’ αυτόν τον τρόπο δικαζόμαστε μόνο για τα φρονήματά μας. Δικασθήκαμε εντελώς παράνομα αφού το Γ΄ Ψήφισμα 1946 και ο Α.Ν. 509 απαιτούν σαν προϋπόθεση για την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος την διενέργεια ωρισμένων πράξεων και όχι τα φρονήματα. Δικαζόμαστε χωρίς στοιχέια.

“Δεν χρειάζονται στοιχεία” – λέει στην τελευταία αγόρευση ο Βασιλικός Επίτροπος κ. Σκόρδας στην δίκη των συνδικαλιστών – “αρκεί ότι οσφρενόμεθα ότι είναι ένοχοι” και η Γλυκερία Παγουλάτου, η Νίκη Μπαζίγου και Λαΐς Μπαϊράμογλου αποκτούν τον τίτλο της μελλοθάνατης: Ετσι η σύγκρουση των δύο κόσμων μπορεί να πει κανείς πως στη δική μας περίπτωση φτάνει στο κορύφωμά της. Στη διαστροφή και στη διαφθορά αντιπαρατάσσεται η ανωτερότητα και το μεγαλείο του Λαού μας. Η περηφάνεια, η λεβεντιά, η αγάπη στη Λευτεριά και Ανεξαρτησία, το απλόχερο δόσιμο για κάθε όμορφο. Αρετές που ο Λαός μας από γενηές ολόκληρες φέρνει μαζί του σαν κληρονομιά εδώ δείχνουνται σ’ όλη τους την πληρότητα. Τούτες εδώ είναι οι μανάδες, οι γυναίκες κι οι αδερφές του Λαού.

Η εργάτρια ΣΤΑΘΟΥΛΑ ΛΕΒΕΝΤΗ χορεύει γύρω από το Φοίνικα της Αυλής το «έχε γειά καϋμένε κόσμε», ενώ την ίδια στιγμή 19 παλληκάρια χορεύουν τον ίδιο χορό στις πλαϊνές φυλακές…

Η καθηγήτρια ΙΣΜΗΝΗ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ στολίζεται, παίρνει γλυκά και λουλούδια και προσφέρει στους συντρόφους της και ενώ το εκτελεστικό απόσπασμα την πυροβολούσε στα πόδια για να τη λυγίσει, πέφτει ζητωκραυγάζοντας για τη Λευτεριά.

“Μα και να πεθάνει κανείς μια μέρα καλά είναι να πεθάνει ωραία” είπε η 18χρονη μαθήτρια ΓΕΩΡΓΙΑ ΠΟΛΥΓΕΝΟΥΣ.

“Είμαι υπερήφανη” λέει η αγρότισσα ΒΑΡΒΑΡΑ ΚΕΛΑΣΙΔΟΥ “που δίνω τη ζωή μου για τον λαό μας”.

“Πεθαίνω για αυτό που πιστεύω” λέει η τραγική αγρότισσα ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΡΥΔΑΛΗ – που της είχαν μπροστά της αποκεφαλίσει τον αδελφό της “Αν είναι να χορτάσει ο κόσμος ψωμί, όπως δεν το χόρτασα εγώ, ας πάει και το δικό μου κορμί” λέει η παραδουλεύτρα ΜΑΙΡΗ ΛΕΟΝΤΙΑΔΟΥ.

“Καλύτερα να πεθάνει κανείς με το κεφάλι ψηλά παρά να σέρνεται” λέει η φοιτήτρια ΕΛΛΗ ΣΒΩΡΟΥ.

Τίποτα δεν μπορεί να αποδώσει την ηρωική νοικοκυρά ΓΙΑΓΙΑ ΒΑΪΤΣΑ των 60 χρονών, τη στιγμή που χορεύει και χαιρετάει με το μαύρο μαντηλάκι της, γύρω στα μικρά σιδηρόφραχτα παράθυρα της φυλακής, τα γεμάτα από κεφάλια των φυλακισμένων παιδιών της.

Ούτε την ΑΝΝΟΥΛΑ ΓΚΕΠΡΕΚΗ, την κοπελλίτσα 22 χρονών όταν σηκώνει ήσυχα την υπάλληλο που σκόνταψε και έπεσε όταν πήγαινε να την πάρει για το απόσπασμα. “Κτυπήσατε κ. Π….” της λέει και την στηρίζει ενώ βαδίζουνε. Ούτε την 18χρονη μαθήτρια ΜΑΡΙΑ ΡΕΠΑ την μικρή “βαμμένη” ηρωίδα κατά το Βασιλικό Επίτροπο, που όταν της ζήτησαν να λυπηθεί τα νειάτα της, που τόσο σπάταλα θυσίαζε για μια δήλωση αφού ήταν αθώα, “κάτι θα χρησιμεύσει και το δικό μου αίμα στη λευτεριά” είπε. Ο αδελφός της είχε εκτελεσθή από το απόσπασμα των Γερμανών.

Η ΘΟΔΩΡΑ ΔΑΒΕΤΑ φεύγει τραγουδώντας τον ΕΛΑΣ και 18 εν όλω ηρωίδες κλείνουν το χορό με την ευχή της ΛΑΜΠΡΙΝΗΣ ΚΑΠΛΑΝΗ “εγώ θα κλείσω τους τάφους”.

Ετσι όμορφα έφευγαν οι γιαγιάδες, οι μαννάδες και οι αδερφές μας, γράφοντας τις ωραιότερες σελίδες για τη Λευτεριά και τη Συμφιλίωση του Λαού μας.

Τώρα έπειτα από ένα χρόνο με την επέμβαση του ΟΗΕ, έχουν σταματήσει οι εκτελέσεις, αλλά τα Στρατοδικεία του Α.Ν. 509, δικάζουν με μεγαλύτερη ευκολία σε θάνατο ώστε να ζούμε πάντα με την απειλή πως το μακελειό θα ξαναρχίσει.

Εκείνο όμως που δεν πέτυχαν οι εκτελέσεις που σταμάτησαν, το κάνουν αργά αλλά σταθερά οι άθλιες συνθήκες της ζωής μας στη φυλακή. Ο υποσιτισμός, η έλλειψη αέρα και η απουσία ιατρικής περίθαλψης μας δίνουν τον τρομερό απολογισμό των 360 αρρώστων από έλκη, ανοιχτά σπήλαια, όγκους, σχιζοφρένειες και το υψηλό ποσοστό των 90 προφυματικών. Από την άλλη μεριά το στοίβαγμα των 760 φυλακισμένων σε ανθυγιεινά κτίρια που χτίστηκαν για 100 άτομα απειλεί να μεταβάλη σε πολύ γρήγορο χρονικό διάστημα τη φυλακή σε απέραντο σανατόριο.

Ετσι το εξοντωτικό όργιο συνεχίζεται κάτω από την εγκληματική αδιαφορία του κράτους με θύματα πολύ περισσότερα από τα εκτελεστικά αποσπάσματα. Και το κακό γίνεται ακόμα μεγαλύτερο αν αναλογισθή κανείς ότι η ίδια κατάσταση περίπου εμφανίζεται σε 3 χιλιάδες γυναίκες (450 στις φυλακές Καλλιθέας και ανάμεσά τους 150 ανήλικα), 530 στις φυλακές της Πάτρας και 540 εξόριστες στο Τρίκκερι και οι υπόλοιπες σε σκόρπιες φυλακές σ’ όλη την Ελλάδα).

ΚΑΙΤΗ ΖΕΥΓΟΥ, δικασμένη 3 φορές σε θάνατο.

ΧΡΥΣΗ ΚΑΛΛΑΡΗ, καθηγήτρια μουσικής, δικασμένη δυο φορές σε θάνατο.

ΑΡΙΑΔΝΗ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ δικηγόρος, δικασμένη ισόβια.

ΑΡΓΥΡΩ ΔΡΟΣΑΚΗ δικηγόρος, δικασμένη 11 χρόνια πρόσκαιρα.

Πέθαναν ορθές! Όπως όλες τους πέθαναν ολόρθες! Θα πει ένας ποιητής για τις γυναίκες του Αβέρωφ, κι η πόρτα θα κλείσει ξωπίσω μας καθώς αφήνουμε πια τα φάσμα των ηρώων να αναπαυθούν…

 ΚΟΚΚΙΝΟΣΦΑΚΕΛΟΣ

 


-


 

ΕΡΩΤΗΣΗ ΚΙ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ

«Βγάζεις λεφτά» μου λένε «από την ποίηση;»
«Λεφτά;» τους απαντώ, «λεφτά;
Βγάζει λεφτά ποτέ ο εραστής;
Λεφτά βγάζει μονάχα ο νταβατζής».

 

Ο Γιάννης Υφαντής αυτο-ανθολογείται…

ΒΑΚΧΙΚΩΝ

 


 

No-Trousers-On-The-Tube-Day[1]


 

ΓΑΜΟΤΡΑΓΟΥΔΑ

 

Θα ήθελα να μιλήσω, έστω και εκτός εποχής πλέον, για ένα θέμα τόσο παρεξηγημένο, όσο και γοητευτικό, για διάφορους λόγους: Τα γαμοτράγουδα της αποκριάς.

 

Πρόκειται για δημοτικά τραγούδια, γεμάτα με σκωπτικούς και άσεμνους στίχους, συνήθως με σεξουαλικό περιεχόμενο, αλλά όχι αποκλειστικά, τα οποία κατά το έθιμο, τραγουδιούνται κατά τους αποκριάτικους εορτασμούς. Η ιστορία τους ξεκινά από τα βάθη των αιώνων, ενώ το περιεχόμενό τους ενόχλησε όλους τους πολιτικούς και θρησκευτικούς ταγούς ανά τους χριστιανικούς αιώνες, τόσο για την εκφορά του απαγορευμένου κατά την ιουδαιοχριστιανική παράδοση, θέματος της σεξουαλικότητας και μάλιστα με οργιαστικό τρόπο, όσο και για το αναρχικό τους πνεύμα, που έβαζε ως στόχο της αθυροστομίας, την εξουσία και τους κρατούντες. Δεν θα ξεχάσω την έκπληξη και την ελαφρά περιπαικτική αισχύνη μιας φίλης από την Καβάλα, η οποία μας διηγιόταν το πώς η γιαγιά της, χριστιανή και πλήρως αξιοσέβαστη γυναίκα με τσεμπέρι, τραγουδούσε σε αποκριάτικο τραπέζι το στίχο «Ντάλι μπρούτσου, ντάλι μπρούτσου, τα κουρίτσια θέλουν πούτσου», ενώ στο πρόσωπό της ήταν χαραγμένο το πλέον πονηρό χαμόγελο που είχε δει ποτέ της η εν λόγω φίλη.

Ξεχωριστή θέση ανάμεσα στις αποκριάτικες τελετουργίες καταλαμβάνουν τα φαλλικά τραγούδια, τραγούδια γονιμικά, που εξορκίζουν το κακό και ζητούν να νικήσουν το θάνατο -παλιότερα και από το Διόνυσο. “Η αρχαία ελληνική γλώσσα διαθέτει πληθώρα ονομάτων για να δηλώσει τα λεγόμενα “απόρρητα” μέλη! Η πολυωνυμία αποκαλύπτει την ποικιλία αλλά και την πολικότητα των αισθημάτων και των αντιδράσεων που προκαλούσαν στον Έλληνα τα όργανα εκείνα, τα οποία διαιωνίζουν τη ζωή: δέος και ιλαρότητα, έλξη και αποστροφή, τρυφερότητα και φρικίαση, θάμβος και καταισχύνη. Η αμφιθυμία αυτή δηλώνεται εναργέστατα στη σημασιολογική εξέλιξη του επίκοινου “αιδοία”, το οποίο, ενώ αρχικά σήμαινε τα “σεβάσμια”, κατέληξε να σημαίνει ευφημιστικώς τα “επαίσχυντα”.


Στον Tύρναβο και στα Aμπελάκια Θεσσαλίας για παράδειγμα, αλλά και σε άλλα μέρη, η Kαθαρή Δευτέρα είναι ημέρα αφιερωμένη στον Διόνυσο και τον Πάνα. Στην πλατεία του χωριού μαγειρεύουν σε καζάνι το «μπουρανί», σούπα με τσουκνίδες. Στην τελετή συμμετέχουν (προς το παρόν) μόνο άνδρες, που, κραδαίνοντας τεράστιους φαλλούς σκαλισμένους σε ξύλο, εκστομίζουν τολμηρές βωμολοχίες, τραγουδούν ή απαγγέλλουν άψογους αλλά «άσεμνους» δεκαπεντασύλλαβους, οι οποίοι πανελληνίως αποκαλούνται «γαμοτράγουδα». Αναφέρονται αποκλειστικά στην ερωτική πράξη και όλα λέγονται με το όνομά τους. Οι αυτοσχέδιοι στιχουργοί και οι συμμετέχοντες άνδρες (πολλές γυναίκες παρακολουθούν τα δρώμενα πίσω από τα κλειστά παράθυρα) αναφέρονται αποκλειστικά στην ερωτική πράξη, δηλαδή σε εμπειρία φυσική, γενική, συνήθη και επαναλαμβανόμενη, γνωστή και κοινή, αλλά… «απαγορευμένη» ή επιβαρυμένη με ποικίλες αναστολές, ακόμα και με στρεβλώσεις· και με πολλή υποκρισία.

Το αξιοσημείωτο, ωστόσο, είναι ότι με την ελευθεροστομία γύρω από την ερωτική πράξη αμφισβητούν γενικά τον κοινωνικό «καθωσπρεπισμό», την υποκρισία και τη δαιμονολογία. Επειδή δε η ελευθερία είναι μία, ενιαία, αδιαίρετη και μεταδοτική (αυτό το είχε καταλάβει ακόμη και ο μαρκήσιος ντε Σαντ), όταν καταχτιέται σʼ ένα σημείο, ή επεκτείνεται και σε όλα τα άλλα ή μαραίνεται και πεθαίνει. Τα «γαμοτράγουδα» λοιπόν της Καθαρής Δευτέρας και τα άλλα «στιχάκια» αναπόφευκτα εκτρέπονται και προς άλλες κατευθύνσεις με αφετηρία πάντοτε την ερωτική πράξη. Ποικιλοτρόπως σχολιάζουν ή περιγράφουν πρόσωπα και πράγματα του χωριού και της καθημερινότητάς του. Παλαιότερα σχολίαζαν ακόμα και τους άρχοντες και τις αρχόντισσες. Ας μην ξενούμε την καταγωγή της φράσης «Άκουσε τα εξ αμάξης»


Ωστόσο, ακόμη και στις μέρες μας, όπου οι διαφημίσεις οι οποίες μπαίνουν στα σπίτια μας καθημερινά, χρησιμοποιούν το σεξ ακόμη και για να πουλήσουν γιαούρτια, τα γαμοτράγουδα δεν είναι αποδεκτά από την εξουσία αλλά και τον υποκριτικό καθωσπρεπισμό μας. Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια, που η Δόμνα Σαμίου, τραγουδίστρια και ερευνήτρια που αφιέρωσε τη ζωή της στη διάσωση της δημοτικής μας παράδοσης, αντιμετώπισε τη δικαιοσύνη για έναν δίσκο με γαμοτράγουδα που εξέδωσε, με ένα έξοχο κείμενο του καθηγητή Mιχάλη Kοπιδάκη στην κουβερτούρα, το οποίο χρησιμοποιώ κι εγώ ως πηγή.

Σε άλλη πάλι περίπτωση, το ΕΣΡ καταδίκασε το ραδιοφωνικό σταθμό του Σκάι, επειδή φιλοξένησε αποκριάτικα τον Τζίμη Πανούση, ο οποίος τραγουδούσε γαμοτράγουδα. Το μυστικό ήταν ότι η αποκριά εκείνης της χρονιάς έπεφτε μέσα στην προεκλογική περίοδο (πάντα τις αποκριές θα έπρεπε να γίνονται οι εκλογές, αφού πάντοτε εκλέγονται μασκαράδες, οι οποίοι έχουν καταστήσει τη βουλή καρνάβαλο, θα μπορούσε να πει κανείς) κι ο Τζιμάκος έδωσε πολιτική χροιά στα τραγούδια αυτά, χροιά που όπως είπαμε έχουν κι από τη φύση τους.

Ωστόσο, το έθιμο αυτό της αποκριάς, τα σκωπτικά, ασεβή και άσεμνα τραγούδια και στιχάκια, είναι τόσο αρχαίο, που θα τρόμαζε κανείς εάν ήξερε τι είναι αυτό που κατακρίνει. Έχει τις ρίζες του στις Διονυσιακές οργιαστικές λατρείες (κάποιοι λένε πως είναι ακόμη αρχαιότερο), οι οποίες ήταν το απαραίτητο συμπλήρωμα στην λατρεία του Απόλλωνα, του θεού που συμβόλιζε το πνευματικό Φως, στην πιο ευγενή και θεία μορφή του. Οι λατρείες του Απόλλωνα διακρίνονταν από αυστηρότητα, καθαρότητα και πνευματικότητα. Οι αρχαίοι σοφοί όμως γνώριζαν καλά, πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να φτάσει στη Θέωση (ή Θέαση) μόνο μ’ ένα τμήμα της ύπαρξής του. Μόνο αν μαζί με την έκσταση της διάνοιας και του πνεύματος έρθει και η έκσταση του σώματος, μπορεί ο άνθρωπος να αγγίξει την Αρμονία. Για περισσότερες πληροφορίες επ’ αυτού, παραπέμπω σε κείμενο του Μίκη Θεοδωράκη περί συμπαντικής αρμονίας, το οποίο έχει παραθέσει ο Δόκτωρ κι έχω σχολιάσει εκτενώς, στην κάρτα του Άρματος.

Τούτη η παράδοση, εκτός από τη μυητική πτυχή της, είχε και μια ιδιαίτερα σημαντική κοινωνική λειτουργία. Κατʼ αρχάς, εξυπηρετούσε τη γονιμότητα και την αναπαραγωγή, αφού οι αρχαίοι γνώριζαν πως ναι μεν το σεξουαλικό ένστικτο «οφείλει» να υποστεί φραγμούς, ώστε η κοινωνία να ευσταθεί, όμως έχει απόλυτη ανάγκη από κάποια περίοδο ελεύθερης έκφρασης, ώστε να μην κατασταλεί εντελώς. Μέσω αυτού, προκαλούσε τη γενικότερη απελευθέρωση του ανθρώπου από την τάξη και την εξουσία, το απαραίτητο χάος μέσα στην τάξη για ένα μικρό διάστημα, ώστε να επέλθει τελικά η Προσαρμογή, με διατήρηση και ανανέωση της ανθρώπινης ζωτικότητας, αφού ο άνθρωπος «ξέδινε» από κάθε καταπίεση και φόρτιζε ξανά τις μπαταρίες του. Όπως υποστηρίζουν ψυχίατροι, ψυχολόγοι και φιλόσοφοι, η ελευθεριότητα στην έκφραση κατά τις αυστηρά ιδιωτικές στιγμές, κοινή εμπειρία, αλλά επίσης απόκρυφη, είναι πράξη ελευθερίας και αποδέσμευσης του σώματος και του ενστίκτου, πράξη λυτρωτική.

Κάτι τέτοιο αποτελούσε μια δικλίδα ασφαλείας, απαραίτητη για την ψυχική υγεία της κοινωνίας και των μελών της. Αυτός είναι ο λόγος που έννοιες όπως η κατάθλιψη, ήταν γνωστές μεν στους αρχαίους Έλληνες, αλλά εξαιρετικά σπάνιες, σε αντίθεση με την εποχή μας, όπου οι ψυχικές νόσοι τείνουν να πάρουν επιδημική μορφή.

Τούτη η παράδοση κατέληξε κάποια στιγμή, στην ακμή του Ελληνικού πολιτισμού, να μας δώσει τα αριστουργήματα του ιδιοφυούς Αριστοφάνη, που τόσο μοντέρνα κι ανατρεπτικά είναι ακόμη μέχρι τις μέρες μας. Πρόκειται δηλαδή, για την αρχική ρίζα αυτού που από εμάς έμαθε όλος ο κόσμος να αποκαλεί “Κωμωδία”.

Αυτοί είναι οι κυριότεροι λόγοι, που αυτή η παράδοση επιβίωσε μέσα στους αιώνες, κόντρα στη θέληση της εκκλησίας, η οποία φυσικά ουδέποτε την αποδέχτηκε, αλλά όπως προαναφέραμε την πολέμησε με κάθε τρόπο.

Παρακάτω, παραθέτω κάποια γαμοτράγουδα που βρήκα μετά από μια μικρή βόλτα στο διαδίκτυο. Οι φίλοι συνομιλητές καλούνται να γράψουν τη γνώμη τους για το «φαινόμενο» των γαμοτράγουδων και γενικότερα περί αθυροστοστομίας στη λογοτεχνία, αλλά να μας προσφέρουν κι όσα τέτοια λογοτεχνικά κείμενα έχουν υπόψιν τους, ώστε μέσα στο φόρουμ της λογοτεχνίας να αποκτήσουμε τη δική μας συλλογή, χωρίς αστεράκια μάλιστα. Θερμή παράκληση, η δημοσίευση αυτών των τραγουδιών να μην γενικευτεί μέσα στο στέκι, παρά μόνο στο χώρο που δικαιωματικά τους ανήκει, το καλλιτεχνικό μας φόρουμ.

Τις Μιγάλες Απούκριες
που ανάβουν οι φωτιές
και ζητούν να βρουν ψωλές
για να σβήσουν οι φωτιές
άναψε και η Χριστίνα
που χʼ να γαμηθεί ένα μήνα,
άναψε κι η Παναγιώτα,
κακαρίζει σαν την κότα
κι ανεβαίνει κατεβαίνει
και την πούτσα δεν χορταίνει.
Μπρε-μπρε-μπρε-το μπουρανί
και τσʼ Χαλατσαινας το μνί.
(Τύρναβος)
Δεν θαυμάζιτι κουρίτσια
πως γαμεί η ψουλή τη νύχτα
δίχους φως, δίχους λυχνάρι
δίχως τα κεριά αναμμένα;
Δυο πουδάρια σηκωμένα
κι άλλα δυο γονατισμένα
μια κοιλιά πάνω στην άλλη
έχουνι χαρά μεγάλη.
(Μυτιλήνη)

Δυο κυράδες κάθονταν
έξω από την πόρτα τους,
μια της άλλης έλεγε:
-Έχει ο άντρας σου χοντρή;
-Έχει και παράχʼ μωρή!
-Δεν μου την εδανείζεις;
-Καποιανής τη δάνεισα
και μου την αρρώστησε
κʼ είδαμεν και πάθαμεν
για να την γιατρέψουμε.
Δώκαμεν και γιατρικά
δώδεκα καλάθια αυγά
κʼ έξη οκάδες βούτυρο
όσο να την δούμε ορθή
σαν αγγούρι τρυφερό.
(Ήπειρος)


Κίνησα να πάω στο μύλο/ Με τη θειά μου τη Βασίλω/ Και στα κοντοκαναλάκια/ Πιάσαμε τα παιχνιδάκια.

Σκουντά κείνη σκούντα ‘γώ/ ‘πουκάτω αυτή ‘πουπάνω εγώ./ Αχ βρε θειά μου νάσαν ξένη/ τι καλά που θέλα γένει.

-Κάν’ παιδί μου τη δουλειά σου/ και γω θάμαι πάλι θειά σου./ Στράγκα στρούγκα τη μαχαίρα/ Να κι ο μπάρμπας από πέρα.

-Τι την κάνεις βρε τη θειά σου/ αχ που να καεί η καρδιά σου./ -Πόνος μπάρμπα μ’ τήνε πιάνει/ την πλακώνω για να γιάνει/ -Πλάκωσ’ την καλά παιδί μου/ όπου νάχεις την ευχή μου.

Ε-ΣΤΕΚΙ


 

fb2b420df0f6b00d1223a52aaee72ca5[1]

 


 

AΠO EKEINH THN APXAIA HΔONH

Tα άλμπουμ πήρα ψες, αργά το βράδυ
και τις φωτογραφίες μου σε τάξη
έβαζα. Kι όταν έφτασα εκεί
σε σένα που σαράντα και πιο πάνω
φωτογραφίες σού ’βγαλα γυμνή
(κάποτε όλη τη φωτογραφία
την έπιανε μονάχα το μουνί).
Όταν σε σένα έφτασα πλημμύρισα
από εκείνη την αρχαία ηδονή.
Mε κέντριζε του πόθου το αλάτι ενώ θωρούσα
τα εξαίσια μπούτια σου την άγια σου σχισμή.
Kι άρπαξα το τηλέφωνο κι αμέσως
σε πήρα και σε κάλεσα να ’ρθείς.

Mα δεν κρατιόμουνα δεν άντεχα κι ευθύς
για να γλυτώσω από τον πόθο τον πολύ
(κι ενώ εσύ βρισκόσουνα ήδη μες στο ταξί),
κρατώντας μπρος μου μια φωτογραφία
άγρια τράβηξα εγώ μια μαλακία.

Ο Γιάννης Υφαντής αυτο-ανθολογείται…

ΒΑΚΧΙΚΩΝ

 


 

 

11955156343_05faf61b35_b[1]

 


ΤΙ ΤΟ ΘΕΛΕΙΣ ΠΙΑ ΤΟ ΠΕΟΣ

Τώρα που ’σαι Ευρωπαίος
τι χρειάζεσαι το πέος;
Τι το θέλεις το αιδοίον
αφού ζεις εις Παρισίον;

Δώσ’ στους Τούρκους το Αιγαίον
εσύ είσαι Ευρωπαίον
κι Ευρωπαίον όταν είσαι
την πατρίδα σου ξεσκίσε.

Δώσ’ τη Θράκη στην  Τουρκία.
Ήπειρον στην Αλβανία.
Τη Μακεδονία στα Σκόπια.
Εσύ έχεις βοσκοτόπια.

Τι τα θέλεις τα εδάφη
που όλο ξεσηκώνουν πάθη;
Δείξε μεγαλοψυχίαν
προς Βορράν και προς Ασίαν.

Κόψε γλώσσα κόψε πέος.
Τώρα είσαι Ευρωπαίος!
Παρθενώνα και Ηραίον
δώσε τα στον αρουραίον.

Έρχεσαι απ’ το Λας Βέγκας.
Διώξ’ το «μέγας». Είσαι «μέγκας»
και θα γίνεις πιο μεγκάλος
αν τα βλέπεις ως Βανδάλος.

Να γραφτείς και εις την ΣΙΑ.
Μα δεν είναι προδοσία
να μην έχεις τώρα πέος
αφού είσαι Ευρωπαίος.

Κατά βαθουλόν βεβαίως
τα ευρώ είν’ η ουσία
κι όχι πού ’σαι Ευρωπαίος·
κόψε το λοιπόν το πέος.

 

Ο Γιάννης Υφαντής αυτο-ανθολογείται…

ΒΑΚΧΙΚΩΝ


article-1298292231679-0d4aafeb000005dc-640686_636x440[1]


 Η συνουσία στους ανθρώπους

Μετά από κατάλληλη προετοιμασία –προκαταρκτικό ερωτικό παιχνίδι– που οδηγεί σε ερεθισμό των σεξουαλικών οργάνων και στη στύση του πέους, η συνουσία γίνεται με την εισαγωγή του πέους στον κόλπο και στη συνέχεια με παλινδρομικές κινήσεις που έχουν ως αποτέλεσμα το συνεχιζόμενο ερεθισμό, τον οργασμό και, εν τέλει, την εκσπερμάτιση.

@Παραδοσιακά, ως συνουσία αντιμετωπίζεται ο παραπάνω φυσιολογικός τρόπος ερωτικής πράξης ανάμεσα σε έναν άνδρα και μια γυναίκα. Παρόλα αυτά, στις μέρες μας ο όρος έχει διευρυνθεί και μπορεί να αναφέρεται σε διάφορες μορφές σεξουαλικής επαφής. Μερικές είναι:

Συνουσία

 

 


pants[1]


 

Μαραμπού – Νίκος Καββαδίας

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί
πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο,
πως τις γυναίκες μ’ ένα τρόπον ύπουλο μισώ
κι ότι μ’ αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω.

Ακόμα, λένε πως τραβώ χασίσι και κοκό,
πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο,
κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές,
σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγματισμένο.

Ακόμα, λένε πράματα φριχτά πάρα πολύ,
που ειν’ όμως ψέματα χοντρά και κατασκευασμένα,
κι αυτό που εστοίχισε σε με πληγές θανατερές
κανείς δεν το ‘μαθε, γιατί δεν το ‘πα σε κανένα.

Μ’ απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά,
και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη,
κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω στο χαρτί,
εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μου εγίνη.

Ήμουνα τότε δόκιμος σ’ ένα λαμπρό ποστάλ
και ταξιδεύαμε Αίγυπτο γραμμή Νότιο Γαλλία.
Τότε τη γνώρισα -σαν άνθος έμοιαζε αλπικό-
και μια στενή μας έδεσεν αδελφική φιλία.

Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,
κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου οπού ‘χε αυτοκτονήσει,
ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές,
μήπως εκεί γινότανε να τηνε λησμονήσει.

Πάντα σχεδόν της Μπασκιρτσέφ κρατούσε το Ζουρνάλ,
και την Αγία της Άβιλας παράφορα αγαπούσε,
συχνά στίχους απάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,
κι ώρες πολλές προς τη γαλάζιαν έκταση εκοιτούσε.

Κι εγώ, που μόνον εταιρών εγνώριζα κορμιά,
κι είχα μιαν άβουλη ψυχή δαρμένη απ’ τα πελάη,
μπροστά της εξανάβρισκα την παιδική χαράκαι,
σαν προφήτη, εκστατικός την άκουα να μιλάει.

Ένα μικρό της πέρασα σταυρόν απ’ το λαιμό
κι εκείνη ένα μου χάρισε μεγάλο πορτοφόλι
κι ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γης,
όταν εφθάσαμε σ’ αυτήν που θα ‘φευγε, την πόλη.

Την εσκεφτόμουνα πολλές φορές στα φορτηγά,
ως ένα παραστάτη μου κι άγγελο φύλακά μου,
και μία φωτογραφία της στην πλώρη ήταν για με
όαση, που ένας συναντά μες στην καρδιά της Άμμου.

Νομίζω πως θε να ‘πρεπε να σταματήσω εδώ.
Τρέμει το χέρι μου, ο θερμός αγέρας με φλογίζει.
Κάτι άνθη εξαίσια τροπικά του ποταμού βρωμούν,
κι ένα βλακώδες Μαραμπού παράμερα γρυλίζει.

Θα προχωρήσω!… Μια βραδιά σε πόρτο ξενικό
είχα μεθύσει τρομερά με ουίσκυ, τζιν και μπύρα,
και κατά τα μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,
το δρόμο προς τα βρωμερά, χαμένα σπίτια επήρα.

Αισχρές γυναίκες τράβαγαν εκεί τους ναυτικούς,
κάποια μ’ άρπαξ’ απότομα, γελώντας, το καπέλο
(παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πορνών)
κι εγώ την ακολούθησα σχεδόν χωρίς να θέλω.

Μια κάμαρα στενή, μικρή, σαν όλες βρωμερή,
οι ασβέστες απ’ τους τοίχους της επέφτανε κομμάτια,
κι αυτή ράκος ανθρώπινο που εμίλαγε βραχνά,
με σκοτεινά, παράξενα, δαιμονισμένα μάτια.

Της είπα κι έσβησε το φως. Επέσαμε μαζί.
Τα δάχτυλά μου καθαρά μέτρααν τα κόκαλά της.
Βρωμούσε αψέντι. Εξύπνησα, ως λένε οι ποιητές,
“μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της”.

Όταν την είδα και στο φως τ’ αχνό το πρωινό,
μου φάνηκε λυπητερή, μα κολασμένη τόσο,
που μ’ ένα δέος αλλόκοτο, σα να ‘χα φοβηθεί,
το πορτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.

Δώδεκα φράγκα γαλλικά… Μα έβγαλε μια φωνή,
κι είδα μια εμένα να κοιτά με μάτι αγριεμένο,
και μια το πορτοφόλι μου… Μ’ απόμεινα κι εγώ
ένα σταυρόν απάνω της σαν είδα κρεμασμένο.

Ξεχνώντας το καπέλο μου βγήκα σαν τον τρελό,
σαν τον τρελό που αδιάκοπα τρικλίζει και χαζεύει,
φέρνοντας μέσα στο αίμα μου μια αρρώστια τρομερή,
που ακόμα βασανιστικά το σώμα μου παιδεύει.

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζί
πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,
πως είμαι παλιοτόμαρο και πως τραβάω κοκό.
Μ’ αν ήξεραν οι δύστυχοι, θα μ’ είχαν συχωρέσει…

Το χέρι τρέμει… Ο πυρετός… Ξεχάστηκα πολύ,
ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.
Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,
νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία του μοιάζω…

 


 

13/01/2013, London; Global ‘No pants subway ride’ takes place in London

 


Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΔΕΙΧΝΕΙ ΤΑ ΜΠΟΥΤΙΑ ΤΗΣ

 

Η υπόθεση έφθασε στο δικαστήριο. Κατηγορούμενος ένας 50χρονος Αμερικάνος που με το κινητό του φωτογράφιζε γυναίκες από τη… μέση και κάτω. Κάθε ηλικίας, 18αρες, 28αρες, 45αρες που κυκλοφορούσαν δημοσίως με μίνι φούστα. Ο άνθρωπος έκανε συλλογή από…μπούτια.

Άλλοι άνδρες λατρεύουν τα βυζιά. Κάποιοι, λιγώτεροι αυτοί, την πλάτη, τις γάμπες, το πρόσωπο, τα μαλλιά. Ο άνθρωπος της ιστορίας μας, της αληθινής ιστορίας που συνέβη πρόπερσι στην Αμερική, είχε… καλλιτεχνικές ανησυχίες στους μηρούς. Τι αποφάσισε το δικαστήριο, στο οποίο κατέφυγαν κυρίες τις οποίες φωτογράφιζε; Φοβερά πράγματα.

Γράφω τούτες τις αράδες με αφορμή ότι σήμερα, 10 Ιουλίου, είναι η επέτειος της μίνι-φούστας, που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1964 και σηματοδότησε την απελευθέρωση των γυναικών. Με mini-skirt ή, up-skirt η δημόσια παρουσία της γυναίκας είναι πια…άλλο πράμα.

Στην αρχαία Σπάρτη τις λέγανε «φαινομηρίδες» τις γυναίκες που φορούσαν κοντό χιτώνιο, τόσο όσο να φαίνεται ο μηρός. Με την εμφάνιση του χριστιανισμού οι γυναίκες υποχρεώθηκαν να κατεβάσουν… ρολά. Ένδυμα μέχρι τον αστράγαλο. Μέχρι που μια Αγγλίδα, Μαίρη Κουάντ στο όνομα, ιδιοκτήτρια μπουτίκ στη μοδάτη συνοικία του Λονδίνου, στο Τσέλσυ, παρουσίασε φούστες κοντές. Τις μίνι φούστες. Η ίδια, η Μαίρη Κουάντ καθιέρωσε το boy-pants, το καυτό σορτ, επίσης τη δεκαετία του ’60.

«Η γυναίκα που ντύνεται με μίνι φούστα δεν είναι άτομο που επιθυμεί να προστατεύσει την ιδιωτικότητά της»!!! Αυτή ήταν η απόφαση του δικαστηρίου που απάλλαξε τον ερασιτέχνη φωτογράφο που με την κάμερα «σημάδευε» όσο γυμνό ήταν ακάλυπτο από τη μίνι φούστα. «Έπιανε» τζάμπα πράμα και χωρίς να χρειαστεί να σκύβει για να φωτογραφίζει μέχρι και κωλομέρια.

ΑΠΟΔΥΤΗΡΙΑΚΙΑΣ

 


article-0-1A9890B900000578-647_634x658[1]


ΣΕ ΜΠΟΥΤΙΚ ΤΟΥ ΤΣΕΛΣΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ Η ΜΙΝΙ ΦΟΥΣΤΑ

«Δεν θα ήθελα τη φούστα τόσο μακρυά…» ζήτησε μια πελάτισσα της μπουτίκ «Bazaar» από την 30χρονη ιδιοκτήτρια Μαίρη Κουάντ. Δεν ήταν η μόνη, λες και ήταν συνενοημένες, κυρίες και δεσποινίδες, που συνήθιζαν να αγοράζουν φούστες και κάποια στιγμή δεν τους άρεσε το… κανονικό μέγεθος.

«Πιο κοντά…». Φθάνει τόσο; «Λίγο ακόμα…». Είναι καλά μέχρι εδώ, κυττάξτε στον καθρέπτη… «Κι άλλο, θα ένοιωθα πιο άνετα αν η φούστα ήταν τουλάχιστον πέντε πόντους επάνω από το γόνατο…».

Η Ιστορία κατέγραψε ότι η Αγγλίδα Μαίρη Κουάντ γέννησε τη μίνι φούστα που την πρωτοπαρουσίασε σε κολεξιόν στις 10 Ιουλίου, σα σήμερα, το 1964. Στην πραγματικότητα ήταν μια γυναικεία επιλογή, μια θηλυκή βούληση και απλά η ιδιοκτήτρια της μπουτίκ στο Κολωνάκι του Λονδίνου, στο Τσέλσυ, προσαρμόστηκε…

Και επειδή η δαιμόνια Μαίρη Κουάντ ήταν γυναίκα της μόδας και επειδή η μόδα δεν μπορεί να είναι σταθερή, διαφορετικά δεν είναι… μόδα, η ίδια η Κουάντ, καθιέρωσε και τη μίντι φούστα, αλλά και τη μάξι φούστα! Μίντι και μάξι τη δεκαετία του ’70, και τη δεκαετία του ΄80 επιστροφή στο μίνι!

Τη δεκαετία του ΄60, όπου τότε όλα πήραν φωτιά, τα χρόνια των χίπυς και του Βιετνάμ, των Μπήτλς και των ναρκωτικών, της σεξουαλικής απελευθέρωσης και του Μάη ’68, τότε που ο άνθρωπος πήγε στο φεγγάρι και κυκλοφόρησε το αντισυλληπτικό χάπι, ήρθε και η μίνι φούστα. Όχι πια ρούχα που ντύνουν όλο το γυναικείο σώμα, το οποίο πια δεν χρειάζεται κορσέδες και μεσαιωνικούς φραμπαλάδες.

ΑΠΟΔΥΤΗΡΙΑΚΙΑΣ

 


‘No Trousers on the Tube’ 2013 in London


 Γνωμικά, αφορισμοί, παροιμίες κ.ά. με «τολμηρό» περιεχόμενο

Επιτέλους, τώρα θα σταματήσω τα τσιμπούκια.

Marilyn Monroe, 1926-1962, Αμερικανίδα ηθοποιός

Όταν υπέγραψε το πρώτο κινηματογραφικό της συμβόλαιο…

Γαμάτε γιατί χανόμαστε.

Τζίμης Πανούσης, Τραγουδιστής & κωμικός

Από το δίσκο «Πίσσα και πούπουλα» – 1984

Όλα αυτά είναι μαλακίες. Παρόλα αυτά, χύνω.

Xaviera Hollander, γ. 1943, Αμερικανίδα Πόρνη

Καλύτερα να έχεις τη φήμη πούστη παρά μαλάκα.

Μανώλης Δουκίδης, Συγγραφέας

Μεταφορικά, βεβαίως (νομίζω)

Η φιλοσοφία του σκύλου: αν δεν μπορείς να το γαμήσεις ή να το φας, τότε κατούρα το.

John Jenkins

Ο πρόεδρος Κλίντον λέει ψέματα. Ένας άντρας μπορεί να ξεχάσει πού πάρκαρε ή που είναι το σπίτι του αλλά ποτέ δεν ξεχνάει μια πίπα όσο κακή κι αν ήταν.

Barbara Bush, γ. 1925, Αμερικανίδα, προεδρική σύζυγος

Από την καθημερινή εξάντληση, τρία χρόνια κοιμόμουνα επάνω στο πέος.

Γαβριέλλα, Ιστορική ιερόδουλη της Αθήνας

Aπό τα απομνημονεύματά της

Η αντίδρασή μου στις τσόντες είναι η εξής: μετά τα πρώτα δέκα λεπτά, θέλω να πάω σπίτι μου να πηδηχτώ. Μετά τα πρώτα 20 λεπτά, δεν θέλω να ξαναπηδηχτώ ποτέ στη ζωή μου.

Erica Jong, γ. 1942, Αμερικανίδα συγραφέας

Μια φωνή μέσα μου έλεγε: “ηρέμησε, δεν είσαι ο πρώτος γιατρός που κοιμάται με έναν ασθενή του!” και μια άλλη απαντούσε: “μα είσαι κτηνίατρος!”

Dick Wilson, Αμερικανός κωμικός

Το να πέφτεις στο κρεβάτι με ομόφυλό σου δεν είναι κακό. Πρέπει να είμαστε ανοιχτοί στο σεξ, αλλά θα πρέπει να βάζουμε το όριό μας στις κατσίκες.

Elton John, Βρετανός τραγουδιστής

Ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο πράγμα στο στοματικό σεξ; Η θέα.

Maureen Lipman, Βρετανίδα ηθοποιός

Έχω δοκιμάσει διάφορες εκδοχές του σεξ. Στην παραδοσιακή παθαίνω κλειστοφοβία και στις άλλες είτε πιάνεται ο λαιμός μου είτε πιάνεται το σαγόνι μου.

Tallulah Bankhead, 1902-1968, Αμερικανίδα ηθοποιός

Είπε μέσα της: Να πηδηχτώ μαζί του, ναι. Προς Θεού όμως, όχι οικειότητες.

Karl Kraus, 1874-1936, Αυστριακός συγγραφέας

Ένα άπιστο πέος βρίσκει το ταίρι του σε ένα άπιστο αιδοίο.

Παροιμία των αρχαίων Σουμερίων.

Ποτέ μην εμπιστεύεσαι κάποιον, εκτός αν έχεις την ψωλή του στην τσέπη σου.

Λύντον Τζόνσον, 1908-1973, Αμερικανός Πρόεδρος [1963-1968]

Μην καταργείτε την υπογεγραμμένη

ιδίως κάτω από το ωμέγα

είναι κρίμα να εκλείψει

η πιο μικρή ασέλγεια

του αλφαβήτου μας

Ντίνος Χριστιανόπουλος, γ. 1931, Έλληνας ποιητής

Η επιτυχία είναι σαν να είσαι έγκυος: Όλοι σε συγχαίρουν, αλλά κανένας δεν ξέρει πραγματικά πόσες φορές χρειάστηκε να σε πηδήξουν.

Ανώνυμος

Πρέπει να έχετε προετοιμάσει από πριν τις αντιδράσεις σας στις αντιξοότητες της ζωής. Παράδειγμα, τι θα κάνατε αν κάποιος άγνωστος σας έπιανε στη μέση του δρόμου ξαφνικά τον κώλο;

Μανώλης Δουκίδης, Συγγραφέας

Ποτέ δεν πήδηξα δεκάρι, αλλά μια βραδιά πήδηξα πέντε δυάρια.

George Carlin, 1936-2008, Αμερικανός κωμικός

Μου θυμίζει κάτι που συνήθιζε να λέει ο παππούς μου:«πάω επάνω να πηδήξω τη γιαγιά σου». Ήταν ένας τίμιος άντρας και δεν θα έλεγε ποτέ ψέματα σε ένα τετράχρονο παιδάκι.

George Carlin, 1936-2008, Αμερικανός κωμικός

Όταν τους κρατάς από τ’ αρχίδια, οι καρδιές και τα μυαλά τους θα ακολουθήσουν.

Charles Colson, Επιτελής του Ρίτσαρντ Νίξον

Οι άντρες έχουν δυο συναισθήματα: πείνα και γκάβλα. Επομένως, αν τον δείτε χωρίς στύση, φτιάξτε του ένα σάντουιτς.

Ανώνυμος

Νομίζω πως όλοι οι άντρες, σε κάποιες στιγμές της ζωής τους, έχουν αμφιβολίες για τον ανδρισμό τους. Ειδικά τις στιγμές που αγγίζουν το πέος ενός άλλου άντρα.

Jim Rosenberg, Αμερικανός blogger

Το σεξ έχει ενδιαφέρον, αλλά δεν είναι το παν. Εννοώ ότι δεν είναι τόσο σημαντικό όσο το χέσιμο. Ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει 70 χρόνια χωρίς να γαμήσει ούτε ένα κώλο, αλλά μπορεί να πεθάνει σε μια βδομάδα χωρίς μια σύσπαση των εντέρων.

Charles Bukowski, 1920-1994, Αμερικανός συγγραφέας

Μην την ψάχνεις αλλού, μία είναι η λύση: τα λεφτά, το φαΐ και το γαμήσι.

Νίκος Καρβέλας

Έρχεσαι πάντα μαζί με το μουνί σου…

Ηλίας Πετρόπουλος, 1928-2003, Έλληνας λαογράφος και συγγραφέας

Σκατά εδώ, σκατά εκεί, σκατά κι ο κόσμος όλος

κι απ’ τα πολλά πια τα σκατά μου πιάστηκε κι ο κώλος.

Έρχεται ο ένας ο σκατάς, θαρρούμε πως σωθήκαμε,

σαν φύγει όμως βλέπουμε πως αποσκατωθήκαμε.

Γεώργιος Σουρής, 1853-1919, Έλληνας σατιρικός ποιητής

Προσπάθησα να βάλω συνθηματικό στο hotmail τη λέξη «πέος». Μου απάντησε ότι δεν ήταν αρκετά μεγάλο.

Ανώνυμος

Αν γίνω καλά θα τονε χαλάσω εγώ αυτόν που με βάρεσε. Εάν ψοφήσω, κλάστε μου το μπούντζον.

Γεώργιος Καραϊσκάκης, 1782-1827, Ήρωας του ‘21

Για να σταματήσετε να τον παίρνετε από πίσω, πάρτε του μια πίπα.

Διαφημιστικό σλόγκαν της πίπας Herb, αρχές δεκαετίας του `70

Μαστίγωσέ με, δείρε με, χύσε σ’ όλο μου το κορμί, πες ότι μ’ αγαπάς.

Μετά άντε γαμήσου, σήκω και φύγε από ‘δώ.

Ανώνυμο

ΓΝΩΜΙΚΟΛΟΓΙΚΟΝ


 

 

 

fe87a6b714ca45dd8a3a521283b8c33d[1]


ΓΑΜΟΤΡΑΓΟΥΔΑ

Και του γέρου τα αρχίδια, σαν νερόβραστα κρεμμύδια,

και του νιου τα αρχιδάκια, σαν τα μοσχοκαρυδάκια.

από Δημοτικό τραγούδι (“Πέρασα από ένα γεφύρι”)

Όλα σου ταδωσε ο Θεός

μουνί βυζιά και κώλο

και μένα τον κακόμοιρο

τριακόσια δράμια ψώλο.

από Δημώδες Γαμοτράγουδο

Το μουνί τό λένε Γιώτα

καί τόν πούτσο Παναγιώτα!

όποιον Θέλεις πάνε ρώτα

τό κεφάλι μπαίνει πρώτα!

από Δημώδες Γαμοτράγουδο

Πάει ο πούτσος στο παζάρι,

δεν ηξεύρει τι να πάρει.

βρίσκει του μουνιού τον πάτο

και τον κάνει άνω-κάτω.

από Δημώδες Γαμοτράγουδο

Στ’ αρχιδιά- μωρέ στ’ αρχιδιά-, στ’ αρχιδιάκου την αυλή,

γάμους ε- μωρέ γάμους ε-, γάμους εγινότανε.

Κι όλοι χύ- μωρέ κι όλοι χύ-, κι όλοι χύνουν το κρασί,

πλάι στου μνή- μωρέ πλάι στου μνή-, πλάι στου μνήμα του παπά,

που τσα-κώ, μωρέ που τσα-κώ, που τσακώνουν πέρδικες!

από Δημώδες Γαμοτράγουδο

ΓΝΩΜΙΚΟΛΟΓΙΚΟΝ


No-Trousers-On-The-Tube-Day[1]


 

ΠΟΝΗΡΑ ΑΙΝΙΓΜΑΤΑ

 

 

  • Τη σαλιάζω, την κορδώνω και στην τρύπα της τη χώνω

    ( βελόνα και κλωστή )

  • Γύρω γύρω χορταράκι και στη μέση πηγαδάκι

    (το αιδοίο )

  • Τεντωμένη τη βάζεις, ζαρωμένη τη βγάζεις

    (η κάλτσα )

  • Απ’ τον κώλο την κρατάω και στο στόμα τη φιλάω

    (το κύπελλο, η κούπα )

  • Το στρογγυλό μου στο σκιστό σου

    (κουμπί και κουμπότρυπα )

  • Απ’ τον κώλο μου τη βγάζω και στον κώλο σου τη βάζω

    (η καρέκλα )

  • Ο γαμπρός το βάζει κι η νύφη φωνάζει

    (κλειδί και κλειδαριά )

  • Τρέμει, τρέμει, στου κοριτσιού την τρύπα μπαίνει

    (το σκουλαρίκι )

  • Σουβλωτό, μπιμπικωτό, σε θηλυκού τρύπα μπαίνει

    (το σκουλαρίκι )

  • Βάζω το χέρι στο βρακί, πιάνω το πράμα το μακρύ και το βάζω σε μια τρύπα που ‘χει από πάνω τρίχα

    (τσιγάρο, χείλια και μουστάκι)

  • Εγώ γι’ αυτό σ’ αγόρασα κι έδωσα τον παρά μου, για να σε βάζω ανάσκελα, να κάνω τη δουλειά μου

    (η σκάφη )

  • Τα γόνατα μ’ στα γόνατα σ’, τα χέρια μ’ στα βυζιά σ’ και το μνί σ’ στου κούτελου μ’.

    (το άρμεγμα της κατσίκας )

  • Απ’ τον κώλο μου τη βγάζω και του φίλου μου τη δίνω. Τι είναι;

    (η καρέκλα )

  • Έχω ένα πραματάκι, μία πιθαμή και κάτι. Σου το δείχνω και τρομάζεις, σου το βάζω και φωνάζεις, σου το βγάζω κι έχει χύσει, κι όμως σ’ έχει ωφελήσει. Τι είναι;

    (η ένεση )

 

ΓΝΩΜΙΚΟΛΟΓΙΚΟΝ


8f345abe900a1bf3590314426ae30981cf2af19a[1]


Βωμολοχικές & Αθυρόστομες παροιμίες

Πέη

  • Αν ήταν το βιολί ψωλή, θα το παίζανε πολλοί.

  • Της στραβιάς της ψωλής οι τρίχες της φταίνε.

  • Εκεί που βγάζεις το ψωμί σου, μη βάζεις το καυλί σου.

  • Άσπρα μαλλιά στην κεφαλή, κακά μαντάτα στην ψωλή.

  • Τις μεγάλες Αποκριές στέκονται οι ψωλές ορθές.

  • Άσπρα γένια, πούτσα σιδερένια.

  • Μαλλί βαμβάκι, ψωλή φαρμάκι.

  • Κώλος κουνάμενος πούτσος τρεμάμενος.

  • Ψωμί, τυρί δεν είχαμε, χοντρή ψωλή γυρεύαμε.

  • Είχαμε ψωλές σακιά, μας ήρθαν κι απ’ τα χωριά.

  • Δεν μας φτάνει η χολή μας, καυλώνει και η ψωλή μας.

  • Γοργά-γοργά ας τον θάψουμε να μη σκωθεί η ψωλή του.

  • Το μαχαίρι είν’ για τους εχθρούς κι η ψωλή για τους δικούς.

  • Η ψωλή δεν είναι βρύση, άφησέ την να γεμίσει να φχαριστηθεί γαμήσι.

  • Κι άμα γεράσει το μουνί, η τρύπα δεν εφράζει, μα της ψωλής τα γηρατειά είναι πικρό μαράζι.

ΓΝΩΜΙΚΟΛΟΓΙΚΟΝ


'No Pants Subway Ride Day', London, Britain - 12 Jan 2014


Όρχεις

  • Θα μας κλάσεις τ’ αρχίδια.

  • Έπιασε τον παπά απ’ τ’ αρχίδια.

  • Πούτσες μπλε κι αρχίδια καπαμά.

  • Τσολιάς [ή κεχαγιάς] στ’ αρχίδια μου.

  • Θύμωσε ο Αγάς κι έκοψε τ’ αρχίδια του.

  • Ο τεμπέλης ο μπακάλης τ’ αρχίδια του ζυγίζει.

  • Βρήκε ο γύφτος λάδι, αλείφει και τα αρχίδια του.

  • Όποιος διαβάζει με τ’ αρχίδια γαμάει με τα μάτια.

  • Τ’ αρχίδια του Καράμπελα και το μουνί της Χάιδως.

  • Γούμενος καθούμενος, τ’ αρχίδια του έλυε κι έδενε.

  • Αν είχ’ αρχίδια η βάβω μας, την έλεγαν παππούλη.

  • Δουλειά δεν έχει ο διάβολος, τα αρχίδια του θα τρίβει.

  • Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά και το γουρούν’ τ’ αρχίδια.

ΓΝΩΜΙΚΟΛΟΓΙΚΟΝ

 


gettyimages-461354928[1]


Κοπρολαγνικά

  • Μπήκαν τα σκατά στο πιάτο κι ήρθανε τα πάνω κάτω.

  • Όταν κλάσει ο νοικοκύρης, θε να χέσει ο μουσαφίρης.

  • Αμ’ πότε σε ξεβράκωσα και δεν ήσουνα χεσμένος;

  • Στον πόρδο μη θαρρεύεσαι και χέσεις το βρακί σου.

  • Όποιος σε κλάσει χέσε τον, μη βγει καλύτερός σου.

  • Το ‘να του χέρι στα σκατά και τ’ άλλο στο καθίκι.

  • Αν δε σε κλάσει ο μάστορης δε γίνεσαι τεχνίτης.

  • Καράβι που αργεί, σκατά είναι φορτωμένο.

  • Χέσε μες στη θάλασσα να μαζευτούν τα ψάρια.

  • Ο καθένας το σκατό του, μηλοκύδωνο το έχει.

  • Χέσε μέσα Πολυχρόνη που δε γίναμε Ευζώνοι.

  • Κατά τα σκατά και το φτυάρι.

  • Χέσε ψηλά κι αγνάντευε.

  • Γλυκά τρως, πικρά κλάνεις.

  • Χεστήκαμε κι η βάρκα γέρνει.

  • Χέστηκε η φοράδα στ’ αλώνι.

  • Χέστηκε ο Πολύδωρος που ‘ναι στα πόδια γρήγορος.

  • Είπε ο χέστης του κλανιάρη, βάρδα απ’ εδώ ρε ξεκωλιάρη.

ΓΝΩΜΙΚΟΛΟΓΙΚΟΝ


article-0-1A982BC900000578-427_634x807[1]


 

Διάφορα

  • Της γυναίκας ο καημός, λούσα, πούτσα και χορός.

  • Γαμεί γαϊδούρα στην ανηφόρα.

  • Όλοι γαμούν και λειτουργούν κι εγώ αν σημάνω βλάφτει;

  • Σηκωθήκανε τ’ αγγούρια να γαμήσουν το μανάβη.

  • Η μάνα του του δίν’ βυζί, και η γυναίκα του μουνί.

  • Μωρή πουτάνα θάλασσα που σε γαμάν τα ψάρια.

  • Το πολύ το τάκα-τάκα κάνει το παιδί μαλάκα.

  • Του φτωχού η κοιλία όταν γομούτε, η ψωλίατ’ σκούτε.

    (ποντιακή)

ΓΝΩΜΙΚΟΛΟΓΙΚΟΝ


 

ay_101400252[1]

 

 


Τα σέξι εσώρουχα είναι το τέλειο όπλο

Τα σέξι εσώρουχα είναι το τέλειο όπλο, αφού οι περισσότερες γυναίκες, αν όχι όλες εκμεταλλεύονται την αφέλεια των άντρων,

και με λίγα πράγματα πάνω τους μπορούν να καταφέρουν τεράστια αποτελέσματα. Δείτε και θαυμάστε άφοβα.

Στον αχανή χώρο του διαδικτύου βρήκαμε και σας προσφέρουμε ορισμένες πολύ σέξι περιπτώσεις γυναικών, χωρίς να έχουν κάτι το ξεχωριστό απάνω τους, απλά σέξι εσώρουχα.

Μάλιστα οι φωτογραφίες που ακολουθούν μπορούν να χαρακτηρισθούν και ως viral αφού έχουν κάνει το γύρο του διαδικτύου αρκετές φορές για να ικανοποιήσουν τα αδηφάγα αντρικά μάτια.

Όπως γράφει η εγκυκλοπαίδεια στο λίμα «Εσώρουχο» αναφέρει πως ονομάζεται το ένδυμα που φοριέται κάτω από τα ρούχα και έρχεται σε άμεση επαφή με το το δέρμα. Υπάρχουν πολλές δευτερεύουσες ονομασίες ανάλογα τη χρήση και το σχήμα. Στα εσώρουχα ανήκει η φανέλα, το σλιπ, η σκελέα, το μπόξερ, ο στηθόδεσμος ή σουτιέν και τέλος η κυλότα.

DOVITES

 


nopants-london1[1]


 


ΑΡΧΑΙΟ ΕΡΩΤΙΚΟ ΚΑΙ ΣΥΜΠΟΣΙΑΚΟ ΛΕΞΙΚΟ

 

Στην αρχαία ελληνική γραμματεία απαντούν για το γυναικείο αιδοίο 131 λέξεις, για το πέος 151 λέξεις, για τον πρωκτό 63 λέξεις, για τον αιδοιολείκτη 39 λέξεις, για τη συνουσία 143 λέξεις, για την πόρνη 77 λέξεις, για τον παιδεραστή 38 λέξεις, για τον κίναιδο 177 λέξεις. Το 1999 κυκλοφόρησε το “Αρχαίο ερωτικό και συμποσιακό λεξιλόγιο” του σκηνοθέτη Ροβήρου Μανθούλη. Ο Μανθούλης, ο οποίος στον πρόλογο ονομάζει τον εαυτό του “συλλέκτη”, συγκεντρώνει, όπως δηλώνει και ο τίτλος του λεξικού, λέξεις της αρχαίας ελληνικής που σχετίζονται με τα συμπόσια και τον έρωτα.

Χωρίζει το υλικό σε δύο κατηγορίες, το ερωτικό και το συμποσιακό λεξιλόγιο, κατανέμοντάς το αλφαβητικά μαζί με τα ερμηνεύματα και την ετυμολογία. Παραθέτει, ωστόσο, και θεματικά παραρτήματα από τα οποία πληροφορούμαστε ότι στην αρχαία ελληνική γραμματεία απαντούν για το γυναικείο αιδοίο 131 λέξεις, για το πέος 151 λέξεις, για τον πρωκτό 63 λέξεις, για τον αιδοιολείκτη 39 λέξεις, για τη συνουσία 143 λέξεις, για την πόρνη 77 λέξεις, για τον παιδεραστή 38 λέξεις, για τον κίναιδο 177 λέξεις.

Παρακάτω σημειώνουμε ενδεικτικά ορισμένες από τις λέξεις που μπορεί να βρει κάποιος στο λεξικό με τα ερμηνεύματά τους όπως ακριβώς δίνονται από το Μανθούλη:

ανασεισίφαλλος: αυτός που ανασείει το πέος (τον φαλλό), που την παίζει, ο μαλακιζόμενος

ανασυρτόλις: γυναίκα κακής διαγωγής, πουτανίτσα, αυτή που εύκολα σηκώνει το χιτώνα της (που κατεβάζει την κιλότα της, θα λέγαμε σήμερα). (Ετυμ. ανά – σύρω)

αποψωλοβίωτος: ζιγκολό (ζει από τη βάλανό του) α

στυάναξ: ανίκανος σεξουαλικά, δεν έχει στύση – χιουμοριστική ετυμολογία με α στερητικό και στύω= δεν μου σηκώνεται πια. Η σωστή ετυμολογία είναι φυσικά από το άστυ-άναξ. (Αυτός που βασιλεύει στην πόλη)

βορβορόπη: (από οπή και βόρβορος, βρομομούνι) όλισβος: φαλλός από δέρμα. Τον χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες για αυνανισμό (σίγουρα και οι παθητικοί ομοφυλόφιλοι), κατά δε το βυζαντινό λεξικό της Σούδας, οι αναιδείς και οι χήρες. (Ετυμ. όλισθος= γλίστρημα)

ονοβάτις: η μοιχαλίς (γιατί τη γύριζαν γυμνή πάνω σ’ ένα γάιδαρο)

ορχιπεδάω: αρπάζω τους όρχεις. Ωρχιπεδήσας (χυδαία έκφραση) = τον βούτηξε απ’ τ’ αρχίδια

πυγοστόλος: ο στολίζων τον πισινό (η γυναίκα κυρίως στολιζόταν με ειδικές ζώνες που υπογράμμιζαν τα οπίσθια)

σποδησιλαύρα: (από σποδείν και λαύρα, του δρόμου, πολυγαμημένη)

υπερπαίς: ο έτοιμος για σεξουαλική επίθεση, από το υπέρ και παίω = χτυπώ (υπερπαίω = σαρώνω, βλ. λογοπαίγνιο με το ρ. σποδόω -ώ = τα κάνω στάχτη: “υπερπαίει σποδών” = γαμεί κι όποιον πάρει ο χάρος)

χοιροψάλας: γαμιάς (ψαλιδίζει μουνιά ή, κατά μία άλλη εκδοχή, κάνει τα μουνιά να στενάζουν, να ψάλλουν, να βγάζουν νότες). Προσωνυμία του Διόνυσου.

Ο Μανθούλης χαρακτηρίζει το βιβλίο του “επιλεκτική συλλογή σε πρώτη μορφή και οπωσδήποτε ημιτελή όρων και εκφράσεων ιδιωματικών και μη που σχετίζονται με την ερωτική και την εν γένει ηδονική ζωή των αρχαίων Ελλήνων”.

INOUT

 


8484675.0[1]


 

Submit a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *