Navigation Menu+

NOW I (THE CRUCIFIX) FEEL SADNESS-A NEW POEM

Posted on Aug 30, 2016 | 0 comments

 


 

Τώρα λυπάμαι

γιατί γεννηθήκαμε απότομα

δεν με πειράζει όμως

που σιγά σιγά πεθαίνουμε

ο ένας μετά τον άλλον…

άλλωστε έτσι πρέπει/

jesus-christ-crucifixion2[1]

μοίρες, τύχες και θεοί

μου είναι παντελώς αδιάφορα

το αιώνιο όλο και λιγοστεύει μέσα σου

η απειροσύνη σμικραίνει

κι ο πόνος τι γελοίο πράγμα

όπως κάποια δήθεν μεγάλη αλήθεια ή ψέμα

κάλπικες λέξεις ελάχιστες/

Christ3

ψυχή και νους…δεν βαριέσαι

τόσους άχρηστους στίχους

ήλιοι καχεκτικοί σε φως

θάλασσες παράλυτες από κύματα

κι ουρανός που ζητιανεύει άστρα

δώστου κι ο νεκροθάφτης

σκληρός υπηρέτης του θανάτου

δουλευταράς/

estavromenos[1]

σάρκα σαπίλα σπλάχνων

κι αίμα βαμμένο κόκκινο

σαν καμπουριασμένο αυγό

πασχαλινό/

γέννα αυτοκρατόρισσα

βασίλισσα εσύ της ανυπαρξίας

εαυτός καλός φίλος

σκύλος πιστός

η μοναξιά μου

μέλισσες, σκουλήκια

μυρμήγκια, τζιτζίκια

πλάσματα λασπερά σύμβολα/

393905-candle

πέλαγος αλύπητο μπροστά σου

κι ούτε ένα καράβι

μια γέφυρα, κάποιο νησί

μονάχα ψάρια

πνιγμένα στο αγκίστρι/

λουλούδι ξύπνημα μαραμένο

άρωμα δηλητήριο ανάσας

κι η γραφή

ανούσια δίκοπο μαχαίρι

φλέβας και σκέψης/

77103-thumb-31cubzhc1fi9jxgvrmlhxc[1]

χώμα βασανισμένο σπόρους

ζωές φυτεμένες στους τάφους

ανάμνηση αφύλαχτη

πικρά πληγωμένη

θύμηση αγιάτρευτη

σκόρπια τα κόκκαλα

οι άνεμοι θαμμένοι

κι ο Χριστός ξεσταυρωμένος

ολόγυμνο καρφί να λάμπει

ανθρώπινο σκοτάδι/

Christ7

πυρηνικές κεφαλές άμυαλες

καταστροφικός κι ο έρωτας

ανώδυνα ηδονισμένος

πάθος και μίσος

αγάπη πεοθηλασμένη σπέρμα/

σεξ πανάρχαιο πηγάδι πόθων

χείλη γερασμένα φιλιά

σάλιο από κώνειο φτιαγμένο

δίψα για στάχτες

βάσανα αγγέλων

κομπολόι εγκαταλελειμμένο

στον παράδεισο/

k3111806[1]

απόψε ο χρόνος όλο και βαθύτερα σκάβει

στις στιγμές ψάχνει να βρει τί;

λίγη διάρκεια

απέραστη και κλειδωμένη

σκληραίνει η καρδιά

φτιαγμένη από καημούς

και χτυποκάρδι ίσκιων

μας εγκατέλειψαν πια

μέχρι και τα βάσανα/

S. Dali - Christ-of Saint John of the Cross -1951[1]

φιλάργυροι μετρούμε τ΄ άπειρο

θέλαμε να μεγαλώσει κι άλλο

ο επιθανάτιος ρόγχος σου

συλλογιζόταν ταξίδια

ήταν μια περιπλάνηση

σε εξωτικά νεκροκρέβατα/

562087_395737720464948_100000861711432_1071051_827250441_n[1]

μικραίνεις μάνα

γινόσουν η πελώρια μαύρη μήτρα

της μεγαλειώδης πικρής

αυτής έκτρωσης

στηρίζεσαι σε μπαστούνια

φτιαγμένα από κατάρες

και δένδρα ξεριζωμένα

γης στειρωμένης/

cruz[1]

λουλούδια πεθαμένα από καρκίνους

πλώρη παθιασμένη βυθούς

απάνω της στέκεις πνιγμένη κορφή

μούμιασες πια

ανάσες παγωμένες καπνίζεις

κατοικείς θαλάμους αερίων

κι ο Χιτλερικός ναργιλές

αγωνίζεται να μας κοιμίσει

ένεση ευθανασίας χάδια

παράξενο νανούρισμα

μαύρο πανί και μοιρολόι

πένθος από νερό μολυσμένο

κι ομίχλη νυχτερινή

τυφλωμένη σκοτάδια

απάνθρωπα μάτια κλειστά

ανθρώπου πεθαμένου

κατουράς τώρα αίμα κι αφυδατώνεσαι/

Christ5

γυρίζει ο κόσμος από μοναξιά σε μοναξιά

κι αχνογραφεί το σύμπαν

πόσα δάκρυα χρωστάς υπολόγισε

κάθε βάσανο κι ευλογία

ξεχνώντας τις θύμησες

μελαγχολείς και χαμογελάς

πολύ γρήγορα μάτωσε η δόξα

αμετανόητα αγκάθια

στα γαληνεμένα δάχτυλα απάνω

ξαποσταίνει ο αγέρας

τυραννισμένος μελάνι

ανάξιες οι πληγές σου

χορταίνουν ξέθωρο αίμα

και ροδοπέταλα λάθη κάποιας μοίρας/

crucifixion-altarpiece-detail[1]

τι αστραφτερό νόημα

ο πυρετός της νύχτας η ταραχή

καίει, δαμάζει και λιώνει

ότι ανύπαρχτο χάθηκε στη σύγχυση

του είμαι και δεν είμαι

ποίηση αφόρητα αδιάβαστη

μετάγγιση απελπισίας

απροσμέτρητο κενό, έλεος αβυσσαλέο

ελπίδα στο δόξα Πατρί

κι ο θεός αξημέρωτος

αθάνατες οι αμαρτίες του

ολοκαίνουργιες κι ανέσπερες

αχλώμιαστος ο τυφλός ιερέας

γίνηκε αφανισμός ψυχής/

552010_381646815190866_135321176490099_1249690_168230544_n[1]

παιχνίδι ποιανού πυροσβέστη

οι φωτιές μας

αυτοκτονημένες στις στάχτες

των μελλοντικών ανθρώπων

υπάρξεων ήδη τελειωμένων

δεν έχει σωτηρία τούτος ο γλάρος

κι ας μακραίνει τα φτερά του

αργό σάλεμα γκρέμισμα

κάθε φορά παραμιλώντας ο τρελός

στίχους κάποιου ονόματι Ελύτη

έχει συνηθίσει πια στη κοροϊδία

στάσου μικρή μου νιότη

αγρίεψε καθώς γερνάς/

Christ1

σπαρμένη μαργαριτάρια και ταφόπλακες

η αγάπη στάζει αγρύπνια

φύλλα σιωπηλά ανεβασμένα στα κλαριά

πένθιμου δένδρου κιτρινισμένου

θα δύσει ο χειμώνας

κι ας μην έχει ανατείλει/

393422-jesus_cross[1]

δίπλα μου η κρήνη της δικαιοσύνης διψά

ξελογιασμένη πέλαγα

ξένα ακόμα στους κινδύνους

που κρύβει η ερημιά των ήλιων

Ηγέρεια εσύ ζωγραφιά κούρασης

και ξαναγεννημένης πέτρας

έως πότε θα μένει απλήρωτος ο ποιητής

σκόνη να γίνουν οι στίχοι

χρέος ζωής μικρού παιδιού

σβησμένου στα όνειρα

φτωχότερος δεν γίνεται

αισθάνομαι πως ξημερώνει

αμαρτωλό σκοτάδι/

Christ6

μίζερη και μισοτελειωμένη η ύπαρξη

άστρωτη μάγια σκορπά

κι ας είναι σκεπασμένη χώμα

πολέμησαν οι νεκροί

σκληρός εχθρός η πλήξη

κι ότι εσωτερική χειρονομία

είχε απομείνει βελουδένια

σκουλήκιασε

βρωμά τώρα το κορμί

στερεμένο χλόη

κι η στιγμή υπολείπεται

τσακισμένη

μεθά τους αετούς

και βουτάνε στα χάρτινα ύψη

διαβατικό παιχνίδι ειρωνείας

η ζωή

βαριέται γρήγορα και φεύγει

το σκάει που;

λυπημένα χιόνια οι στεναγμοί των άστρων/

20130504-203038[1]

μικρά χρώματα αισθάνομαι

κι αδύναμο βλέμμα

πρόσωπο διπλής μορφής

ιδέας πουλί χλευασμένο

πουλιά οι ποιητές κελαηδούν χυδαία

σαν αγάλματα περιβολιού

πεσμένα σκιάχτρα φθινοπωρινά

άλλαξε ξάφνου ο γυρισμός κατεύθυνση πνοής

κι ο μισός έγινε φυγή

προτιμάς το θα πεθαίνεις

παρά ν’ ανασταίνεσαι/

Christ4

σταγόνες από λόγια κάποτε λατρεμένα

τώρα τις ξαναβρίσκεις ολοκαίνουργιες

στου γέρου τη ματιά

εκεί που δεν χωρά πια

η ελπίδα, το φως…

σβήσε Κύριε κάθε παρηγοριά

ακόμη κι η μεγάλη πίστη σε Σένα

έγινε βάραθρο/

jesus-christ-crucifixion2[1]

η ευτυχία ενός αηδονιού

ή κάποιας κάμπιας

με γιατρεύει

κι ας είμαι γιομάτος

τόσα αγκάθια μακαρισμένα

όμορφη γέψη

μα κι ανώφελα βουβή

της κάθε σου ανάσας

άχρηστα γονατισμένος

μπρος Του

κι ούτε μια προσευχή

δεν ανταλλάξαμε

με προσκυνούνε τ’ άστρα

κι εγώ μήτε στάλα φως

να τους προσφέρω

θεέ μου τι τσιγκούνης…

Christ3

αχάλαστο αγριολούλουδο

αγιάτρευτο από όρκους

στροβιλιζόμαστε μαζί

και πέφτουμε κομμένοι

κατεβαίνοντας

ξανασβήνει ο βυθός

ο χρυσαφένιος τούτος τάφος μας

καθρεφτίζει

πράσινα χρώματα θεόρατα

αγιοσύνης το σκούρο χώμα.

@MENELAOS KARAGIOZIS, HELLENIC POETRY, 2016

Submit a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *