Navigation Menu+

Cesare Pavese (1908-1950)

Posted on Feb 12, 2015 | 0 comments


Biography (Poetryfoundation):
Cesare Pavese is widely regarded as one of the foremost men of letters in twentieth-century Italian cultural history, and in particular as an emblematic figure: an earnest writer maimed by fascism and struggling with the modern existentialist dilemma of alienated meaning. Little known in the United States, Pavese was profoundly influenced by American literature, and, when official censorship closed his mouth, he would use his position as a translator and editor indirectly to bring into Italy messages of freedom and new ideas from English-language authors. Most Italians first encountered Herman Melville, James Joyce, William Faulkner, Charles Dickens, Gertrude Stein, John Steinbeck, John Dos Passos, and Daniel Defoe in Pavese’s translations, and also encountered their influence, and echoes of their meditations, in Pavese’s own highly accomplished body of novels, short stories, and poems.
[…] Pavese’s mother, Consolina, was evidently remote and unavailable for her son, and Pavese grew into a state of solitude from which he never fully emerged. One of his few friends, Natalia Ginzburg, in a posthumous memoir published in London magazine, remembered him: “It seemed to us that his sadness was that of a boy, the voluptuous heedless melancholy of a boy who has still not come down to earth, and moves in the arid, solitary world of dreams.”
Turin was the crucible in which Pavese’s character was formed, and his powerful sense of connection to it and the countryside of northern Italy would recur in his stories: the typical Pavese narrator is part of a landscape, the product of a certain place. At the time, Turin was considered by many to be more a French than an Italian city, and, a generation before, German philosopher Friedrich Nietzsche had made it his home for several years prior to his mental collapse in 1888. While studying at Turin’s Lyceum, Pavese met and more or less adopted one of the instructors, Augusto Monti, who would later publicly oppose Mussolini’s fascist regime. Monti became Pavese’s intellectual father and mentor, and it was most likely this period of study with Monti that confirmed Pavese in his literary vocation; Pavese’s first poems date from his Lyceum years.
In 1949 Pavese met and fell in love with Constance Dowling, an American actress, but after a year their time with each other was clearly at an end. In 1950 Pavese stood at the zenith of his literary career, widely lauded on all sides and acclaimed as one of the two greatest living Italian authors, and awarded the Strega Prize for Tre romanze in June; two months later, on August 27, he was discovered dead in his hotel room, having administered to himself a fatal dose of sleeping pills. His diary, which he apparently intended for posthumous publication, indicated that he had been devastated by his failure with Dowling, and took it as a sign that he would never find happiness in marriage, or among people under any circumstances. He was two weeks away from his forty-second birthday.
After Pavese’s death, much of the critical discourse about him was focused on his personal psychology, in light of the highly personal nature of his art. Italo Calvino became an early champion of Pavese’s work, and was instrumental to its preservation. Subsequent generations of critics have valued his work for its resistance to fascism, its individualism, erudition, and philosophical sophistication. Pavese was furthermore responsible for a change in the manner and mode of Italian poetry, as others followed his example and deviated from the established, academic, and formal style and adopted his deliberate, blunt inelegance.
Παρακάτω θα παρουσιάσουμε αποσπάσματα απ’ τα ποιήματα του Cesare Pavese όπως αυτά μεταφράστηκαν απ’ τον Γιάννη Παππά στο βιβλίο: “Cesare Pavese, Τα ποιήματα” απ’ τις εκδόσεις PRINTA, B Έκδοση, 2009.
αλλά και την μεταποίηση τους απ’ τον Μενέλαο Καραγκιόζη.



Απ’την Σελίδα 275:


Τελευταίο μπλούζ, για να διαβαστεί κάποια μέρα
Ήταν μονάχα ένα φλέρτ
εσύ βέβαια το ήξερες-
κάποιος πληγώθηκε πολύ καιρό πριν.
Όλα μοιάζουν
και ο χρόνος περνά
μια μέρα έρχεσαι
μια μέρα θα πεθάνεις.
Κάποιος πέθανε
πολύ καιρό πριν κάποιος που προσπάθησες
μα δεν ήξερε
[11 Απριλίου 1950]
©  Γιάννης Παππάς, “Cesare Pavese, Τα ποιήματα”, PRINTA, B Έκδοση, 2009.


Κι η μεταποίηση του απ’ τον Καραγκιόζη.




Αφού ξυπνήσαμε ας υποφέρουμε.
Ήξερες πως κάποια μέρα
θα ‘ρθει ο χρόνος
για να διαβαστείς.
Ήταν μονάχα ένα φλέρτ η ζωή.
Όλα μοιάζουν τα πρόσωπα μας
όταν είναι ανύπαρκτα.
Προσπάθησες πολύ
με το τελευταίο σου χαμόγελο.
Ώσπου να διαβαστείς όμως πληγώθηκες.
Κάποιος πέθανε
μα εσύ δεν τον ήξερες
κι έτσι παρέμεινες ανενόχλητος.
© 2015, Menelaos Karagiozis, Hellenic Poetry


“Οι γάτες θα το ξέρουν”, Σελίδα 273.


Ακόμα θα πέφτει η βροχή
στα γλυκά σου λιθόστρωτα,
μια σιγανή βροχή
σαν φύσημα ή σαν βηματισμός.
Ακόμα η αύρα και η αυγή
θ’ ανθίζουν απαλά
σαν κάτω από το βήμα σου,
όταν εσύ θα ξαναγυρίζεις,
Ανάμεσα στα λουλούδια και στα παράθυρα
οι γάτες θα το ξέρουν.
Θα υπάρξουν άλλες μέρες,
θα υπάρξουν άλλες φωνές.
Θα χαμογελάς μονάχη σου.
Οι γάτες θα το ξέρουν.
Θ’ ακούς λέξεις παλιές
λέξεις κουρασμένες και άδειες
όπως τα παρατημένα ρούχα
της  χθεσινής γιορτής.
η αυγή με τα χρώματα υακίνθων
που ξεσχίζουν την καρδιά
εκείνου που δεν ελπίζει τίποτα πλέον σε σένα,
είναι το λυπημένο χαμόγελο
που χαμογελάς μονάχη σου.
Θα υπάρξουν άλλες μέρες,
άλλες φωνές και ξυπνήματα.
Θα υποφέρουμε την αυγή,
πρόσωπο της άνοιξης.
©  Γιάννης Παππάς, “Cesare Pavese, Τα ποιήματα”, PRINTA, B Έκδοση, 2009.




Κι η μεταποίηση του απ’ τον Καραγκιόζη:



Σαν βηματισμός η αύρα του χρόνου
ανθίζεις βροχή απαλά
κάτω απ’  ένα λουλούδι
θάνατου φύσημα
και στα παράθυρα στάζουν οι μνήμες.
Χειρονομίες υακίνθων
απαντούν στην άνοιξη.
Άλλες μέρες, θα ξαναγυρίσεις μέλλον.
Μερικές φωνές χαμογελάνε όπως η σιωπή
μονάχη σου ακούς ποιός ξέρει τι;
Παρατημένα σ’ ακρογιάλια
άδειες θάλασσες
και κουρασμένα πελάγη.
Οι παλιές γιορτές
φόρεσαν τα χθεσινά τους ρούχα.
Λέξεις  αυγής, γλυκές
λιθόστρωτοι στίχοι.
Δεν ελπίζεις πλέον γάτα
στην έβδομη ψυχή σου.
© 2015, Menelaos Karagiozis, Hellenic Poetry



I’m high in a flat (BEVIS FRONT)
Overlooking your town
I’m waiting for the non-existent sunrise to roll round
I’m watching the rooves
From the 33rd floor
Over to the grey and purple hills of the southern shore.
I see through your walls
The communal hall
And in this city of the free
Where you can come and stay with me
You may look, but you won’t see
You won’t see…
I’m high in a flat
On a dying estate
Waiting for my disproportionate fears to dissipate
The window is wide
The comfort is cold
Somewhere in the lightbulb-broken stairwell lies my soul.
I see through your door
You’re grasping a whore
You took me in and was my friend
But never came up here again
I will repay you in the end…
(These dwellings were erected for the poor and needy of the district and paid for by public donation to the charitable trust administered by Baroness Oldroyd. All flats have gas lighting running water and modern toilet facilities, VR 1887)
I’m high in a flat
Overlooking your town
I’m waiting for the towers of cruel economy to come down
And nothing is real
And no-one comes near
I’ll meet you in the air between the stratos-atmosphere.*
I look in your mind
A ticket to fly
And you could say I told you so
To all your neighbours down below
We will be gone but they won’t know…
(and through foggy London town the sun was shining everywhere…)


Βασιλης Ρουβαλης: Cesare Pavese, Εξορία-Έρωτας-Αυτοκτονία

Καθόλου τυχαία λοιπόν ο Τορινέζος ποιητής απασχολεί εκ παραλλήλου τους ομοτέχνους του μεταφραστές. Εξ αυτών, ο Γιάννης Η. Παππάς έχει δοκιμαστεί στη μεταφραστική πραγμάτευση μέρους από το έργο του (βλ. την έκδοση Cesare Pavese – Τα ποιήματα, Printa 2004) ενώ, κατά πώς φαίνεται από την εκδοτική του επιλογή, την πρόσφατη έκδοση Τσέζαρε Παβέζε: Εξορία – Έρωτας – Αυτοκτονία, Επιστολές-Κείμενα-Ποιήματα, εκδόσεις Διαπολιτισμός 2011), κρατάει ανοιχτό τον διάλογο με τον ποιητή. Η έκδοση αποτελεί ουσιαστικά μια παράθεση κειμενικών σπαραγμάτων, αυτοτροφοδοτούμενων από το τρίπτυχο της εμπειρίας του ως εξόριστος, την ερωτική ασφυξία που προκάλεσε η σύντομη συνεύρεση με την αμερικανίδα ηθοποιόο Κονστάντας Ντόουλινγκ, αλλά και η βασανιστική, χρόνια εμμονή της αυτοχειρίας (που τελικά βρήκε ικανοποίηση στις 26 Αυγούστου 1950 σ’ ένα ξενοδοχείο του Τορίνο). Ο Παππάς επιδιώκει να διαφωτίσει ακόμη περισσότερο τις συνθήκες που έζησε ο Παβέζε, σε μια προσπάθεια να τον σκιαγραφήσει -περίπου- σε μια άσκηση βιογράφησής του. Κατ’ αρχάς, προτάσσει μερικές από τις επιστολές που έστειλε στην αδερφή του όντας αποκλεισμένος από το μουσολινικό καθεστώς σ’ ένα ταπεινό χωριό του αποκομμένου από την ιταλική διανόηση νότου (στην Καλαβρία) το 1935.
Ανάμεσα στις γραμμές αυτών των επιστολών διακρίνεται η απελπισμένη μοναξιά του, η ανάγκη πνευματικής αλλά και απτής, καθημερινής επικοινωνίας, η τρυφερότητα ασάρκωτη, ο κάματος της πρακτικής ζωής που δεν άντεχε καθόλου. Εν συνεχεία παρατίθενται τα ποιήματα που έγραψε στη φυλακή και την εξορία, καθώς και μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά ποιήματα της περίφημης συλλογής «Θα ‘ρθει ο θάνατος και θα ‘χει τα μάτια σου» (που εκδόθηκε μετά την εκδημία του). Μαζί με αυτούς τους στίχους, όπου ο Παππάς διαθέτει φανερή άνεση στην ελληνική απόδοσή τους, στην έκδοση συμπεριλαμβάνονται αποσπάσματα από το άρθρο «Η αυτοκτονία του Τσέζαρε Παβέζε» του Πάολο Σπριάνο, ένα μικρό κείμενο του Μικέλε Τόντο με ενδιαφέρουσες φιλολογικές παρατηρήσεις για τα τελευταία ποιήματά του, οι τελευταίες ημερολογιακές σημειώσεις του ποιητή («Η τέχνη του ζην») που συνεισφέρουν στη δραματική ένταση καθώς και ένα έξοχο, προσωπικό και άμεσο «Πορτραίτο ενός φίλου» της Ναταλία Γκίνσμπουργκ. Με αυτή την έκδοση, εν τέλει, δίδεται μια καλή αφορμή στους ενδιαφερόμενους να γνωρίσουν τον άνθρωπο και δημιουργό Παβέζε βρίσκοντας τα «χνάρια» του στην ελληνική γλώσσα.




Verrà la morte e avrà i tuoi occhi
Θα ‘ρθει ο θάνατος και θα ‘χει τα μάτια σου –
αυτός ο θάνατος που μας συντροφεύει
πρωί-βράδυ, άγρυπνος,
άηχος, σαν παλιά τύψη
ή ανόητη διαστροφή. Τα μάτια σου
θα ‘ναι μια λέξη κενή,
σιωπηρή κραυγή, ησυχία.
Ετσι τ’ αντικρίζεις όλα τα πρωινά
όταν μόνη σου σκύβεις
στον καθρέφτη. Αχ, γλυκιά ελπίδα,
εκείνη τη μέρα θα μάθουμε κι εμείς
πως είσαι η ζωή και είσαι το τίποτα.
Για όλους ο θάνατος έχει ένα βλέμμα.
Θα ‘ρθει ο θάνατος και θα ‘χει τα μάτια σου.
Θα ‘ναι σαν να κόβεις μια κακή συνήθεια,
σαν να βλέπεις μες στον καθρέφτη
ν’ αναδύεται πάλι ένα πρόσωπο νεκρό,
σαν ν’ αφουγκράζεσαι χείλη σφιγμένα.
Θα κατεβούμε στην άβυσσο βουβοί.

(μτφρ.: Silio D’Aprile/Βασίλης Ρούβαλης)


Verrà la morte e avrà i tuoi occhi,
questa morte che ci accompagna
dal mattino alla sera, insonne,
sorda, come un vecchio rimorso
o un vizio assurdo. I tuoi occhi
saranno una vana parola,
un grido taciuto, un silenzio.
Così li vedi ogni mattina
quando su te sola ti pieghi
nello specchio. O cara speranza,
quel giorno sapremo anche noi
che sei la vita e sei il nulla.
Per tutti la morte ha uno sguardo.
Verrà la morte e avrà i tuoi occhi.
Sarà come smettere un vizio,
come vedere nello specchio
riemergere un viso morto,
come ascoltare un labbro chiuso.
Scenderemo nel gorgo muti.
 (μτφρ.: Silio D’Aprile/Βασίλης Ρούβαλης)


La collina θ notturna, nel cielo chiaro.
Vi s’inquadra il tuo capo, che muove appena
e accompagna quel cielo. Sei come una nube
intravista fra i rami. Ti ride negli occhi
la stranezza di un cielo che non θ il tuo.
La collina di terra e di foglie chiude
con la massa nera il tuo vivo guardare,
la tua bocca ha la piega di un dolce incavo
tra le coste lontane. Sembri giocare
alla grande collina e al chiarore del cielo:
per piacermi ripeti lo sfondo antico
e lo rendi piω puro.
Ma vivi altrove.
Il tuo tenero sangue si θ fatto altrove.
Le parole che dici non hanno riscontro
con la scabra tristezza di questo cielo.
Tu non sei che una nube dolcissima, bianca
impigliata una notte fra i rami antichi.
Ο Λόφος είναι σαν την νύχτα στον καθαρό ουρανό.
Πλαισιώνει το κεφάλι σου, που μόλις κουνιέται
και συντροφεύει τον ουρανό. Είσαι σαν σύννεφο
που μόλις διακρίνεται ανάμεσα στα κλαδιά.
Σου γελάει μέσα στα μάτια παραξενιά
ενός ουρανού που δεν είναι ο δικός σου.
Ο Λόφος απο χώμα κι’απο φύλλα κλείνει
με τον μάυρο όγκο του το ζωντανό σου βλέμμα,
το στόμα σου έχει την πτυχή μιας γλυκιάς αυλιακιάς
ανάμεσα στις μακρινές ακτές. Φαίνεται να παίζεις
στον μεγάλο λόφο και στην αναλαμπή του ουρανού:
για να μου αρέσει επαναλαμβάνεις το αρχαίο σκηνικό
και το κάνεις περισσότερο απο καθαρό.
Αλλά ζεις αλλού.
Τα λόγια που λες δεν συγκρίνονται
με την άγονη θλίψη αυτού του ουρανού.
Δεν είσαι παρά ένα γλυκό, άσπρο σύννεφο
που μπλέχτηκε μια νύχτα ανάμεσα στ’αρχαία κλαδιά
(19 ottombre 1940)


Η μεταποίηση απ’ τον Καραγκιόζη του “Θα ‘ρθει ο θάνατος και θα ‘χει τα μάτια σου”, Σελίδα 237:

(Μετάφραση: Γιάννης Η. Παππάς Cesare Pavese: Τα ποιήματα Εκδόσεις Printa 2004)



Δεν ξέρετε πόσα μας φέρνετε
απ’ τα μακρινά μέρη που έρχεστε
γη πολυ, νεαρές θάλασσες
και σοδειά κυμάτων
οι ελιές του πελάγους
 Το βλέμμα κάποιας εποχής
πότε κόκκινο κι άλλοτε μαύρο
αποκαλύπτει άγονα όνειρα.
Πλούσιες λέξεις φύτρωσαν
σε μια αρχαία κόλλα χαρτί.
Μέσα στα μάτια ο καρπός των πόνων.
Είναι ανάμνηση η σκέψη.
Κάτω απ’ έναν αυγουστιάτικο ουρανό
ξαποσταίνει ο χειμώνας μου.
Πάνω σας βράχια η θάλασσα
κουρασμένη φέρνει κύμα πολύ.
Ζεις χωρίς να εκπλήσσεις
την αρχαιότητα
βέβαιη όπως ελάχιστο αίμα.
Πλούσια η κόγχη της γης
χέρια που παρηγορούν
σε ελαιοτριβείο φεγγαριού
σκληρής βλάστησης ευλογήστε
τους καρπούς.
© 2015, Menelaos Karagiozis, Hellenic Poetry



Γιάννης Ηλ. Παππάς




Ο Γιάννης Ηλ. Παππάς γεννήθηκε στην Άρτα (Χαλκιάδες) το 1962. Τελείωσε το 1ο Λύκειο Τούμπας στη Θεσσαλονίκη. Είναι πτυχιούχος του τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Για δύο χρόνια παρακολούθησε μαθήματα ιταλικής γλώσσας και λογοτεχνίας στα Πανεπιστήμια της Perugia και του Bari της Ιταλίας. Από το 1990 εργάζεται ως καθηγητής φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση. Υπήρξε συνδιευθυντής του λογοτεχνικού περιοδικού “Ελίτροχος” της Πάτρας (1993-1999). Από το 2002 είναι πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Πάτρας.
Επίσης από το 2003 είναι εκδότης – διευθυντής του ηλεκτρονικού λογοτεχνικού περιοδικού “Διαπολιτισμός” ( Στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων (Τμήμα Φιλολογίας) εκπονεί τη διδακτορική του διατριβή με θέμα το συγγραφέα Αντρέα Φραγκιά. Έχει οργανώσει πολλά συνέδρια και εκδηλώσεις στην Πάτρα, στην Αθήνα και αλλού. Μεταφράσεις και ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά (“Εξώπολις”, “Η λέξη”, “Οδός Πανός”, “Ποίηση”, “Το Δέντρο”,, Κριτικά του κείμενα για νεοέλληνες συγγραφείς, έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Έχει μεταφράσει τα “Ποιήματα” του Cesare Pavese, εκδόσεις Printa, 2004. Μαζί με τον ποιητή Σωτήρη Παστάκα, μετέφρασε 12 σύγχρονους Ιταλούς ποιητές [περ. “Πλανόδιον”, τχ. Δεκέμβριος 2007]. Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2008, η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο “Στην άκρη του ονείρου”. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Βιβλίοnet


















Submit a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *